Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΔΙΠΛΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 22 ΦΕΒΡOYAΡΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

ΟΣΚΑΡ Α' ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ
ΣΤΟΝ ΚΕΪΣΥ ΑΦΛΕΚ

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: ΚΕΝΕΘ ΛΟΝΕΡΓΚΑΝ



Μετά τον θάνατο του μεγάλου του αδερφού Joe (Kyle Chandler), o Lee Chandler (Casey Affleck) μαθαίνει ότι ο αδερφός του τον έκανε κηδεμόνα του γιου του, Patrick (Lucas Hedges). Ο Lee θα πάρει άδεια από την δουλειά του για να επισκεφτεί το Manchester-by-the-Sea και να γίνει ο νέος πατέρας του Patrick, ενός δεκαπεντάχρονου, ενώ θα πρέπει ο ίδιος να έρθει αντιμέτωπος με το παρελθόν του και την πρώην γυναίκα του Randi (Michelle Williams) καθώς και με όλη την κοινωνία στην οποία μεγάλωσε. Ο Lee και ο Patrick θα πρέπει να βρουν ένα τρόπο επικοινωνίας και να ζήσουν χωρίς τον άντρα που τους συνέδεε, τον Joe.
To Manchester by the sea, είναι η νέα ταινία του Kenneth Lonergan (You Can Count on Me, Margaret), σεναριογράφου αρκετών γνωστών επιτυχιών όπως τα Analyze This και Gangs of New York. Πρόκειται για μία συμπαραγωγή του Amazon, που αγόρασε την ταινία για ένα τεράστιο ποσό στο Φεστιβάλ του Sundance.

Μεγάλος βραχνάς το παρελθόν και εξίσου μακρύ το μονοπάτι προς τη λύτρωση από αυτό. Κανείς δε μπορεί να διαφωνήσει πως στην Τέχνη το αίσθημα της Κάθαρσης είναι σχεδόν συμπορευόμενο με αυτήν από τα γεννοφάσκια της και πως, όταν μιλάμε περί δράματος ειδικά, χρειάζεται έναν ντελικάτο χειρισμό προκειμένου να κρατηθεί μια ισορροπία και να μην εκφυλιστεί μια τόσο ιερή έννοια. Ουκ ολίγες ταινίες μας έχουν παρουσιάσει ιστορίες για ανθρώπους που ζουν στη σκιά του παρελθόντος τους στα πλαίσια ενός θλιμμένου παρόντος, άλλες επιτυχημένα κι άλλες όχι και τόσο. Ευτυχώς, το Μια Πόλη Δίπλα Στη Θάλασσα ανήκει στα επιτυχημένα εγχειρήματα, τόσο από αισθητικής, όσο και από σεναριακής απόψεως.

Στην ταινία αυτή θα συναντήσουμε έναν κεντρικό πρωταγωνιστή αποστασιοποιημένο, με τον οποίο καλούμαστε μέχρι το τέλος της ταινίας να ταυτιστούμε σε συναισθηματικό επίπεδο. Το τι έχει κάνει και το γιατί συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρεται, μας δίνεται μέσω μιας σειράς πολύ σωστά τοποθετημένων flashback που, όχι μόνο σπάνε τη γραμμικότητα της ταινίας, αλλά αναζωπυρώνουν και το ενδιαφέρον του θεατή σε σχέση με τα επί της οθόνης τεκταινόμενα. Βλέπουμε πως κάνείς δεν είναι τέλειος και πως κάτι πάντα κρύβεται πίσω από τις πιο ιδιαίτερες των περιστάσεων. Τα πανέμορφα τοπία που απεικονίζουν με σχεδόν εξπρεσιονιστικό τρόπο τη μελαγχολία του ψυχισμού των δύο πρωταγωνιστών, δεν κουράζουν ούτε το μάτι, ούτε και το νου. Δίνουν χώρο και χρόνο στην ταινία να αναπνεύσει και να εμφυσήσει με όσο το δυνατόν καλύτερο τρόπο τα όσα έχει να πει στο κοινό της.
Σεναριακά, όσες φορές τείνει να καταλήξει στο μελόδραμα, χαλιναγωγείται και επιστρέφει στο ρεαλισμό. Μας δίνει υπέροχα μια αναπτυσσόμενη εγκάρδια σχέση μεταξύ θείου και ανιψιού που ο καθένας καλείται να ωριμάσει και να αφήσει τις πληγές του να επουλωθούν. Χωρίς περίπλοκα ζητήματα, άνευ υπερβολών που θα μπορούσαν να τη χαρακτηρίσουν ως ένα τυπικό δράμα, διανθισμένο κατά τόπους με χιούμορ, αποτελεί ένα πρότυπο δείγμα γραφής που, παρά τη μεγάλη διάρκεια την οποία χρειάζεται για να αποδοθεί φιλμικά (130 λεπτά είναι αυτά), δεν κουράζει.
Αξίζει, επιπλέον, να σημειωθεί η εξαιρετική χημεία των πρωταγωνιστών Casey Affleck και Lucas Hedges. Οσκαρικών προδιαγραφών αμφότεροι, κάνουν τους χαρακτήρες τους απόλυτα πιστευτούς και αντιλαμβάνονται το βάθος τους, χωρίς να καταφεύγουν σε υπερβολές. Δύο εκπληκτικές ερμηνείες, άρτια δεμένες η μια με την άλλη.
Δίχως δεύτερη σκέψη, μια από τις ταινίες που θα απασχολήσει -και φυσικά αφορά- αρκετό κόσμο με το άρτια συνεκτικό δράμα που προσφέρει. Μη σας τρομάζει η μεγάλη διάρκεια, τα πάντα έχουν τη σημασία τους στο γενικότερο σύνολο και οι δύο ώρες θα περάσουν πριν το καταλάβετε.
ΠΗΓΗ: CINEFREAKS.GR

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

ΤΟ ΚΡΥΟ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 15 ΦΕΒΡOYAΡΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ


Σπάνιας εικαστικής ομορφιάς ανθρωπολογική μελέτη, η οποία μέσα από αργούς, υπνωτιστικούς ρυθμούς εξελίσσεται σε ένα συμβολικό υπαρξιακό δράμα που ανταμείβει τον υπομονετικό θεατή.
Η «Ελπίδα» (1970), η καλύτερη στιγμή στης φιλμογραφία του Γιλμάζ Γκιουνέι, αφηγείται την ιστορία ενός φτωχού αμαξά ο οποίος αφοσιώνεται στο κυνήγι ενός μυθικού, θαμμένου στην έρημο θησαυρού, φτάνοντας έτσι στα όρια της τρέλας. Η δεύτερη ταινία του Μουσταφά Καρά έχει για πρωταγωνιστή έναν παρόμοιας ψυχολογίας ήρωα, τον Μεχμέτ, ο οποίος έχει γίνει ένα με τον πάτο της τουρκικής κοινωνικής πυραμίδας. Ζώντας σε ένα άθλιο καλύβι χωρίς ηλεκτρισμό στα παγωμένα βουνά του Πόντου, αφήνει τη γυναίκα, την ηλικιωμένη μητέρα και τα δύο μικρά αγόρια του να τα βγάλουν πέρα με τις σκληρές κτηνοτροφικές εργασίες και αναζητά φλέβες χρυσού σε μακρινές σπηλιές και απόκρημνες ρεματιές.

Χρεωμένος, πιστεύει πως αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος να πιάσει την καλή, οπότε αγνοεί τα παράπονα της συζύγου και τις συμβουλές των συγχωριανών του. Μόνον όταν ο σκληρός χειμώνας γίνεται απαγορευτικό εμπόδιο στην εμμονική αναζήτησή του, βρίσκει μια νέα ευκαιρία «πλουτισμού». Τις τοπικές ταυρομαχίες, οι οποίες προσφέρουν δελεαστικό χρηματικό έπαθλο στους νικητές. Έτσι, αντί να πουλήσει τον οικογενειακό ταύρο και να ξεχρεώσει, αρχίζει να τον εκπαιδεύει για τη μεγάλη μάχη.
Μια κοινωνία με τεράστιες ανισότητες κι ένας κόσμος στηριγμένος στη θεόσταλτη ευκαιρία – οι (οικονομικές) αλλαγές στον καπιταλισμό δεν είναι αποτέλεσμα συνειδητής γνώσης, αλλά ανακάλυψης «θησαυρού» (από το Τζόκερ μέχρι έναν καλό γάμο). Ο Καρά κοιτάζει πόσο λίγο έχει αλλάξει η χώρα του από την εποχή του Γκιουνέι, πριν από σχεδόν μισό αιώνα, υιοθετεί όμως μια συμβολικότερη κινηματογραφική γλώσσα για να περιγράψει την ψυχοσύνθεση και την ξεχασμένη από τον θεό μοίρα των κατοίκων της. Τον ρόλο μάλιστα του απόντος θεού παίρνει η φύση, η οποία κινηματογραφείται μεγαλειώδης και απειλητική, πανέμορφη όσο κι αιωνίως αδιάφορη για τα ανθρώπινα, με τους Σεβαΐρ Σαχίν και Κιουρσάτ Ουρεζίν να υπογράφουν μία από τις συναρπαστικότερες φωτογραφικές δουλειές –αριστοτεχνικό καδράρισμα, πλούσιες φυσικές λεπτομέρειες, υποφωτισμένα εσωτερικά πλάνα εικαστικής τελειότητας– των τελευταίων χρόνων.
Το αφιλόξενο φυσικό τοπίο κατέχει εδώ τον ρόλο ζωντανού πρωταγωνιστή και η προσπάθεια του «μικροσκοπικού» Μεχμέτ να αναρριχηθεί στις ορεινές πλαγιές αποκτά σισύφειες διαστάσεις. Αντιπαραβάλλοντας το φυσικό με το ανθρώπινο, το μικρό με το μεγάλο, το εφήμερο με το αιώνιο και τον ακατέργαστο ρεαλισμό με μια ονειρική ελπίδα διαφυγής, το «Κρύο της Τραπεζούντας» συνεχίζει την κινηματογραφική παράδοση που ξεκινάει από τον Γκιουνέι και φτάνει, μέσω του Τσεϊλάν και του Καπλάνογλου, στη νέα τουρκική σκηνοθετική γενιά. Με μινιμαλιστική πλοκή, υποβλητικά­ αργούς αφηγηματικούς ρυθμούς και βαθιά γνώση της μεγάλης, βουβής ανθρώπινης περιπέτειας, μας διηγείται μια συγκινητική κινηματογραφική ιστορία πίστης, δικαίωσης και διάψευσης, αποτυπώνοντας συγχρόνως την αλήθεια μιας ολόκληρης –ανύπαρκτης για τις οθόνες των multiplex– πολιτικοκοινωνικής πραγματικότητας.
Τουρκία, Ουγγαρία. 2016. Διάρκεια: 130΄.

Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΑ ΑΜΑΞΙΔΙΑ

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 1 ΦΕΒΡOYAΡΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΒΟΛΗ ΚΟΒΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗ ΠΙΤΑ

Ο πρώην πυροσβέστης Ρουπάζοφ, που μένει παράλυτος από ατύχημα, βγαίνει από τη φυλακή και πηγαίνει σε ένα κέντρο αποκατάστασης. Εκεί, συναντά τον 20χρονο Ζολί και τον καλύτερό του φίλο Μπάρμπα, χρήστες αναπηρικών αμαξιδίων, που φιλοδοξούν να γίνουν σχεδιαστές κόμικ. Η ανορθόδοξη συμπεριφορά του Ρουπάζοφ εμπνέει τα δυο αγόρια να γευτούν στο έπακρο τη ζωή. Σύντομα, ο Ρουπάζοφ θα τους παρασύρει στο σκοτεινό κόσμο του εγκλήματος, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον Ράντος, έναν αδίστακτο μαφιόζο. Μόνο που τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται… Σ’ αυτή την αυθεντική κωμωδία δράσης, ο Ούγγρος σκηνοθέτης Ατίλα Τιλ επιχειρεί με χιούμορ και τρυφερότητα μια εξερεύνηση στις ζωές των πρωταγωνιστών που αγωνίζονται για πράγματα που οι μη ανάπηροι θεωρούν δεδομένα.

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

NERUDA

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 18 IANOYAΡΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ


Ποιητική και σε πολλά σημεία μυθοπλαστική βιογραφία, η οποία αποδίδει με πρωτότυπο τρόπο το πνεύμα του σπουδαίου λογοτέχνη, ενώ στοχάζεται πολυδιάστατα πάνω στην καλλιτεχνική δημιουργία και την αληθινή ζωή.
Ο 41χρονος Πάμπλο Λαραΐν της «τριλογίας του Πινοσέτ» («Tony Manero», «Post Mortem», «No») και της «Μυστικής Λέσχης» έγινε γνωστός μέσα από μια σειρά ταινιών που, εμπνευσμένες από αληθινά γεγονότα, διαπλέκουν με δημιουργικό τρόπο την Ιστορία και τους ήρωές της, πραγματικούς ή μυθοπλαστικούς χαρακτήρες οι οποίοι κάποια στιγμή βρίσκονται παγιδευμένοι στα γρανάζια της. Πριν από το αγγλόφωνο σκηνοθετικό ντεμπούτο του με την «Jackie», η οποία προβλήθηκε πρώτη στη χώρα μας, επιχειρεί να σκιτσάρει το κινηματογραφικό πορτρέτο του σπουδαιότερου λογοτέχνη της πατρίδας του, του νομπελίστα Πάμπλο Νερούδα. Όπως και στην «Jackie», κι εδώ η προσέγγισή του κάθε άλλο παρά ακαδημαϊκή και περιγραφική είναι, χωρίς όμως να θυμίζει και σε κάτι την αντισυμβατική βιογραφία της χήρας Κένεντι.

Οι δύο ταινίες μοιράζονται στο βάθος την προσπάθεια ενός ιστορικά σημαντικού προσώπου να επιβληθεί στην πραγματικότητα μέσω μιας εικόνας, ενός προσωπείου κι ενός ρόλου, την οποία προσπαθεί να χειριστεί, να σκηνοθετήσει δηλαδή το ίδιο. Αλλά στην επιφάνεια είναι διαφορετικά, καθώς στην «Jackie» ο Λαραΐν κοιτάζει μετωπικά –στην κυριολεξία– την ηρωίδα του (θυμηθείτε τα πλάνα της συνέντευξης) κινούμενος από έξω προς τα μέσα, ενώ στον «Νερούδα» υιοθετεί μια διαφορετική προσέγγιση (διαρκείς κινήσεις της κάμερας, χρώματα εποχής, ατμόσφαιρα παλιάς ταινίας), ξεκινώντας από το μυαλό του πρωταγωνιστή, τη φαντασία του καλύτερα, και προχωρώντας προς την ιστορική πραγματικότητα.
Αυτή έχει να κάνει με το 1948, τότε που η αμερικανόφιλη κυβέρνηση του προέδρου Γκαμπριέλ Γκονζάλες Βιδέλα έθεσε εκτός νόμου το χιλιανό κομουνιστικό κόμμα και ανέθεσε στον φιλόδοξο αστυνομικό Όσκαρ Περουσονό να συλλάβει τον γερουσιαστή και ήδη διάσημο ποιητή Πάμπλο Νερούδα. Ο Περουσονό είναι ο αφηγητής της ταινίας αλλά κι ένας νερουδιανός ήρωας, μέσα από τις σκέψεις του οποίου ο Λαραΐν προσεγγίζει τον σκηνοθέτη όλης αυτής της δραματικής καταδίωξης, που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Νερούδα.
Αν προχωρήσουμε βαθύτερα, θα προδώσουμε κρίσιμα στοιχεία της πλοκής, γι’ αυτό ας περιοριστούμε στο να επισημάνουμε τον πρωτότυπο τρόπο με τον οποίο το πανέξυπνο αυτό σενάριο του Γκιγέρμο Καλντερόν («Μυστική Λέσχη») βάζει τον Νερούδα να βιογραφεί τον εαυτό του. Τη στιγμή που ο ποιητής/πολιτικός χτίζει το μύθο του, επισημαίνει από μόνος του το μεγαλείο και τις αντιφάσεις του, ενώ ο Λαραΐν περνάει από το ψυχολογικό δράμα στην πικρή σάτιρα και από εκεί στο αστυνομικό θρίλερ, υπενθυμίζοντάς μας διαρκώς την «κατασκευή» της όλης ιστορίας, η οποία ξεκινά ως μυθοπλασία μα καταλήγει ως ιστορική πραγματικότητα. Μπορεί λοιπόν η τέχνη να αλλάξει την αληθινή ζωή; Ο Λαραΐν και ο «Νερούδα» του όχι μόνον απαντούν θετικά, αλλά μας δείχνουν και τον τρόπο.


Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

ELLE (ΕΚΕΙΝΗ)

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 18 IANOYAΡΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΙΣ ΕΥΧΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ 
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ 2018

Η Μισέλ, διευθύντρια μιας εταιρίας με video games πέφτει θύμα άγριου βιασμού μέσα στο σπίτι της από έναν μασκοφορεμένο άνδρα. Αποφασίζει να μην αναφέρει τίποτα στην αστυνομία ή τους φίλους και συνεργάτες της, συνεχίζοντας κανονικά τη ζωή της: την ανάπτυξη ενός καινούριου παιχνιδιού που έχει αργήσει να κυκλοφορήσει, τον επικείμενο γάμο του γιου της με μια γυναίκα που δεν συμπαθεί, τα νέα της σχέση του πρώην συζύγου της με μια νεαρή καθηγήτρια γιόγκα, την παράνομη σεξουαλική σχέση της με τον άνδρα της καλύτερης φίλης και συνεταίρου της, το γεγονός ότι η μητέρα της θέλει να παντρευτεί έναν νεαρό άνδρα που την εκμεταλλεύεται και την «επιστροφή» του πατέρα της, ο οποίος ετοιμάζεται να ζητήσει ακόμη μια φορά αναστολή της ποινής ισόβιας φυλάκισης την οποία εκτίει μετά από τις πιο διάσημες μαζικές δολοφονίες του πρόσφατου παρελθόντος.
Διασκευάζοντας το βιβλίο του Φιλίπ Ντιζάν «Oh...» από το 2012 (είναι ο συγγραφέας του «37˚2 le Matin» στο οποίο βασίστηκε το θρυλικό «Μπέτι Μπλου» του Ζαν - Ζακ Μπενέξ), ο Πολ Βερχόφεν είχε να αντιμετωπίσει έναν απίστευτο όγκο πλοκής, σαδομαζοχιστικών φαντασιώσεων και συναισθηματικής έντασης που κάποιος θα φανταζόταν από το τρέιλερ πως το «Elle» θα ήταν ένα σκοτεινό θρίλερ - υβρίδιο με σεξουαλικές απολήξεις, νότες γκροτέσκου και φροϋδική εμβάθυνση, καταδικασμένο ήδη πριν το δει κανείς ως ένα cult ανοσιούργημα ενός πεπερασμένου σκηνοθέτη που ξεκίνησε ως auteur με το «Turkish Delight» και τον «Τέταρτο Ανθρωπο» στην Ολλανδία, ενέδωσε στο Χόλιγουντ παραδίδοντας κλασικές στιγμές της επιστημονικής φαντασίας («Robocop», «Ολική Επαναφορά»), αποκάλυψε το ενδιαφέρον του στο σεξουαλικό θρίλερ με την απίστευτη επιτυχία του «Βασικού Ενστίκτου» και παρά τις προσπάθειες των Γάλλων κριτικών να θεωρήσουν το «Starship Troopers» το απόλυτο αντιπολεμικό έπος, χάθηκε από το κοινό ενδιαφέρον με μοναδικό debate πόσο κακή ή πιο κακή κι από αυτό ταινία ήταν το «Showgirls».

Κι όμως, το «Elle» είναι η απόδειξη πως αυτό που έκρυβε πάντα ο Πολ Βερχόφεν κάτω από τo διαρκές (και επιτυχημένο) παιχνίδι του με το mainstream είναι όχι μόνο ακόμη ζωντανό και άκρως νεανικό (παρά τα 77 του χρόνια), αλλά και τόσο ώριμο πλέον ώστε να γίνει η κινητήριος δύναμη πίσω από μια απολαυστική ταινία, βλάσφημη και απενοχοποιημένη, τολμηρή και καθόλου politically correct, αστεία και πικρή μαζί. Φτιαγμένη από έναν master, o οποίος ισορροπεί με αξιοθαύμαστη δεξιοτεχνία ανάμεσα στο σασπένς και το μελόδραμα, το camp και το γκροτέσκο, το τραγικό με το ελαφρύ και το σοκαριστικό με το ανώδυνο, για να ολοκληρώσει μια σπουδή πάνω στη «βασανισμένη» ψυχή μιας γυναίκας και την ίδια στιγμή να επιχειρήσει μια βουτιά στην κόλαση με τον πιο σαρδόνιο τρόπο που έχουμε δει πρόσφατα στο σινεμά - και σίγουρα κι έξω από αυτό.
Μην επιτρέψετε σε κανέναν να σας αποκαλύψει ποια είναι η διαδοχή των γεγονότων που θα οδηγήσουν την Μισέλ σε μια παράδοξη «χειραφέτηση» που χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να κερδίσει, εγκλωβισμένη στο τραυματισμένο παρελθόν της και το ανικανοποίητο παρόν της, στην προσπάθεια της να είναι η γυναίκα που θα ήθελε και η γυναίκα/μητέρα/σύζυγος/ερωμένη/κόρη που θα ήθελαν όλοι οι άλλοι. Κρατήστε μόνο ως αστερίσκο την απαράμιλλη μαεστρία με την οποία ο Βερχόφεν στήνει ένα φιλμ μυστηρίου - με σασπένς και σκηνές τρόμου - χωρίς να χάνει πραγματικά ούτε μια φορά τον τόνο μιας κατάμαυρης κωμωδίας που θα μπορούσε να είναι όλη μια φαντασίωση, αλλά ακόμη και όταν νομίζεις ότι θα πατώσει στο απύθμενο βάθος της ψυχαναλυτικής της βάσης επιπλέει θριαμβευτικά λόγω της χωρίς καμία αναστολή (βλ. και ντροπή) αφηγηματικής της τόλμης.
Διασχίζοντας όλη τη διαδρομή από ένα μεταφεμινιστικό μαινφέστο μέχρι ένα φόρο τιμής στον Αλφρεντ Χίτσκοκ και από την ακύρωση κάθε γνωστού κανόνα ενός θρίλερ μέχρι τη σαφή πολιτική δήλωση, ο Πολ Βερχόφεν καταφέρνει με το «Elle» κάτι που δεν είναι καθόλου προφανές. Με την επίφαση ενός απολαυστικού και ξεκαρδιστικά αστείου φιλμ που δεν κατακάθεται ποτέ κάτω από το βάρος των σεναριακών του ιδεών, τοποθετεί χειρουργικά πάνω στο τραπέζι της συζήτησης και βαθιά μέσα στο μυαλό του θεατή μια ολόκληρη πολιτική πρωτίστως συζήτηση γύρω από το που σταματάει ο φετιχισμός και ξεκινά η βία, γύρω από το πόσο η υποκρισία της καθολικής εκκλησίας γεννά ανθρώπους - τέρατα, γύρω από το πόσο θα μπορούμε να συνεχίζουμε να ζούμε κουβαλώντας κυριολεκτικά τα τραυματά μας, γύρω από το πόσο πιο εύκολα είναι όλα όταν είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και τους άλλους.

Οσα επιχειρημάτα και να βρείτε για να αντικρούσετε το απενοχοποιημένο σύμπαν του «Elle», ο Πολ Βερχόφεν θα σας τα επιστρέψει πίσω με την μορφή καλοδουλεμένων σκηνών, ατμόσφαιρας που υποβάλλει, ατακών που εκστομίζονται την κατάλληλη στιγμή από τον κατάλληλο άνθρωπο, ερμηνειών που λειτουργούν οργανικά στο παράδοξο (τραγικό και κωμικό) μαζί τόνο της ταινίας.
Στο κέντρο της, η Ιζαμπέλ Ιπέρ δεν είναι μόνο όλες οι Μισέλ του κόσμου, όχι πολύ καλές μάνες, όχι πολύ καλές φίλες, όχι πολύ καλές πρώην σύζυγοι, όχι πολύ καλές διευθύντριες, όχι πολύ καλές ερωμένες, όχι πολυ καλές κόρες - κι όμως με το δικό της τρόπο μια υπέροχη, αστεία, ευάλωτη, δυναμική γυναίκα που θέλει να καυλώνει, να φροντίζει όσους αγαπά, να ελέγχει τα πάντα γύρω της, να ανακαλύπτει τα όριά της, να κάνει λάθη στο δρόμο προς το σωστό, τόσο τραυματισμένη όσο να αναζητά το τραύμα (μεταφορικά και κυριολεκτικά) για να νιώσει ζωντανή.
Στην ίσως μεγαλύτερη και πιο δύσκολη ερμηνεία της καριέρας της - όχι και τόσο αστειευόμενος κάποιος θα μπορούσε να περιγράψει ως μια «Δασκάλα του Πιάνου» που ανακαλύπτει το «Βασικό Ενστικτό» της - η Ιζαμπέλ Ιπέρ είναι σαρωτική, μια larger than life τραγική φιγούρα που παίζει κωμωδία με την ίδια άνεση που αυνανίζεται βλέποντας ένα ζευγάρι να φωτίζει μια φάτνη, που ζητάει από έναν υπάλληλό της να βγάλει το παντελόνι του, που φέρνει στο νου της τη στιγμή του βιασμού της όχι πάντα με τρόμο, που αφηγείται σε έναν συγκλονιστικό μονόλογο το φρικτό παρελθόν της σαν να ήταν απλά η υπόθεση μιας ταινίας στην τηλεόραση, που δεν μπορείς παρά να νιώσεις τη μοναξιά της και τον τρόμο της απέναντι σε όλους και όλα όσα προσπαθούν να την κάνουν να ντραπεί.
Οπως θα δηλώσει, όμως, η ηρωίδα της σε μια από τις πιο αποκαλυπτικές σκηνές της ταινίας: «Η ντροπή δεν είναι αρκετά δυνατό συναίσθημα για να μας σταματήσει από το να κάνουμε οτιδήποτε». Διαπίστωση που εκφράζει όλα όσα είναι το «Elle», με πρώτο και πιο σίγουρο μια απενοχοποιημένη αυθεντική κινηματογραφική απόλαυση.

Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

SUNTAN

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 11 IANOYAΡΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΙΣ ΕΥΧΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ 
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ 2018

Ο Κωστής είναι ένας 40άρης γιατρός που φτάνει στην Αντίπαρο για να αναλάβει την τοπική κλινική. Περνά τον χειμώνα στο αραιοκατοικημένο νησί κλεισμένος στον εαυτό του, έχοντας λόγω επαγγέλματος άμεση πρόσβαση σε σώματα αλλά όχι στα σώματα που έχει ανάγκη. Το καλοκαίρι έρχεται υγρό, καυτό και φιλήδονο και φέρνει μαζί του την Άννα και την παρέα της, μια ομάδα ξέφρενων, πανέμορφων 20αρηδων που εισβάλλουν στη μίζερη καθημερινότητα του Κωστή και τον κάνουν να πιστέψει πως ίσως τελικά να μην είναι αργά για αυτόν, ίσως του δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία να ζήσει τη νιότη που έχασε και τον έρωτα που στερήθηκε. Μόνο που κάτω από τον εκτυφλωτικό αυγουστιάτικο ήλιο και δίπλα στα γυμνά σώματα που σε αγκαλιάζουν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ο όποιος έλεγχος χάνεται εύκολα και μια σκιά αρκεί για να βγει ελεύθερο το σκοτάδι που κρύβει ο καθένας μέσα του.
Θα μπορούσα να πω αρκετά για το "Suntan", την νέα ταινία του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου (τρίτη σε σειρά μετά το άκρως επιτυχημένο εμπορικά “Bank Bang” και το πιο εσωτερικό και σκληρά ρεαλιστικό “Wasted Youth”) με πρωταγωνιστή τον σταθερά συγκλονιστικό Μάκη Παπαδημητρίου.

Όπως ότι η αμεσότητα και η απλότητά της ήταν μια από τις ελάχιστες ευχάριστες εκπλήξεις των τελευταίων ετών μέσα στο ναρκισσιστικό και πομπώδες ελληνικό σινεμά των (σχετικά) νέων σκηνοθετών που προσπαθούν εναγωνίως να επιδείξουν όλες τις σινεφίλ αναφορές τους μέσα σε 90 λεπτά, λες και θα τους λιθοβολήσουμε στην πλατεία Συντάγματος αν μια ταινία τους δεν περνά έμμεσα τουλάχιστον 42 κοινωνικά μηνύματα. Ή πως μπορεί να μην είναι η ταινία που θα σώσει τον ελληνικό κινηματογράφο από τη μιζέρια του (δεν είναι) αλλά τουλάχιστον προσπαθεί -και το κάνει με στυλ, μαύρο χιούμορ και ευαισθησία. Και ακόμα κι αν έχεις αντιρρήσεις σχετικά με κάποια στοιχεία της -εγώ ας πούμε θα ήθελα κάποια κομμάτια να είναι πιο ισότιμα χωρισμένα χρονικά- δεν μπορείς παρά να σεβαστείς την προσπάθεια. Ή πως την σκέφτομαι ακόμα για αρκετούς λόγους, τρεις μέρες αφού την είδα στο σινεμά, μέσα σε μια αίθουσα γεμάτη με κόσμο που πραγματικά διασκέδαζε -γιατί αυτό οφείλει να κάνει το σινεμά, να σε διασκεδάζει, να σε κάνει τη μία στιγμή να γελάς, την άλλη να συγκινείσαι και την τρίτη να τσιτώνεσαι στην άκρη της καρέκλας από την αγωνία.
Πηγή HuffPost Greece Νάγια Κωστιάνη

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΟΒΕ

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 4 IANOYAΡΙΟΥ 2018
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΙΣ ΕΥΧΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ 
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ 2018

Ο Σουηδός σκηνοθέτης Χάνες Χολμ («Διακοπές στην Ελλάδα») μεταφέρει στο σινεμά το ομώνυμο best seller του Φρέντρικ Μπάκμαν, που έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 χώρες. Η ταινία έσπασε ρεκόρ στα ταμεία της Σουηδίας, μπαίνοντας έτσι στο top-5 των πιο επιτυχημένων ταινιών όλων των εποχών.


Ο Oβε είναι ένας 59χρονος γκρινιάρης, εριστικός, καταθλιπτικός τύπος. Eχει αυστηρές αρχές, σιδερένια πειθαρχία και ελάχιστη κατανόηση, πιστεύει ότι περιβάλλεται από ηλίθιους και δεν διστάζει να τους το πει κατάμουτρα. Παλιότερα ήταν ο διαχειριστής ενός οικισμού με όμορφα σπιτάκια και λιθόστρωτα μονοπάτια, αλλά όχι πια: οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες τον καθαίρεσαν – εκείνος όμως δεν το παίρνει απόφαση και φυσικά το θεωρεί ύψιστη προδοσία εκ μέρους τους. Γι’ αυτό και όταν δεν προσπαθεί ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει, ο Oβε περνάει τη μέρα του παρακολουθώντας τους γείτονές του, μαλώνοντας και κάνοντάς τους συνεχώς υποδείξεις. Κανείς δεν τον αντέχει και τον αποκαλούν «ο γείτονας από την κόλαση», αλλά αυτό που κανείς δεν γνωρίζει είναι ότι πίσω από τη δύστροπη συμπεριφορά κρύβεται μια συγκινητική ιστορία. Oταν όμως στο διπλανό σπίτι μετακομίζει μια καινούργια και φασαριόζικη οικογένεια με παιδιά, που κατά λάθος χαλάνε το γραμματοκιβώτιο του Όβε, τα πράγματα θα αλλάξουν. Oχι μόνο για τον οικισμό, αλλά και τον ίδιο τον Oβε, που έκπληκτος θα δημιουργήσει μια αναπάντεχη και τρυφερή φιλία.
Μπορεί τα υλικά της να είναι αυτά μιας συνταγής και το φινάλε της ίσως υπερβολικά «καθώς πρέπει», όμως αυτή η κωμωδία του Χάνες Χολμ περιέχει στην πορεία αρκετή τρυφερότητα, χιούμορ πίκρα κι εξυπνάδα που δεν μπορείς παρά να της παραδοθείς. Ο ήρωάς της, ο κύριος Οβε είναι ένας τυπικός γεροπαράξενος άντρας, παθιασμένος με την σωστή τάξη των πραγμάτων, εμμονικός στις ιδέες του σχεδόν αφόρητος για τους γύρω του.
Μόνο που το «μην πλησιάζετε» εξωτερικό περίβλημα κρύβει από κάτω μια τρύπα στην καρδιά, ένα κενό που βρίσκει μόνο έναν τρόπο να καλύψει, την απόφασή του να αυτοκτονήσει. Το ότι οι επανειλημμένες, αποτυχημένες απόπειρες να πεθάνει γίνονται στην ταινία και στο βιβλίο που την γέννησε, εργαλείο της πλοκής και του χιούμορ, λέει σίγουρα κάτι για το ύφος αυτής της ντραμεντί, που δεν φοβάται να φλερτάρει με το μαύρο, όσο δεν φοβάται να γίνει καλόβολη και γλυκειά όταν πρέπει.
Με τον Ρολφ Λάσκγαρντ να δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία στον ρόλο του κακότροπου ήρωα και όλα τα επιμέρους στοιχεία του φιλμ, από το μοντάζ που επιλέγει να τονίζει την επαναληπτικότητα της καθημερινότητας του μέχρι το set design που ορίζει την σουηδική του πραγματικότητα και αυτή των ξένων γειτόνων του, το φιλμ δανείζεται κάτι από τον αέρα του σκανδιναβικού παραλόγου σκηνοθετών όπως ο Μπεντ Χάμερ ή ακόμη κι ο Ρόι Αντερσον, σε μικρότερες και πιο αραιωμένες δόσεις.
Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που ξέρει να ισορροπεί σωστά πάνω στην γραμμή του χιούμορ και του δράματος, που κοιτάζει με ανθρωπιά και κατανόηση τους χαρακτήρες του και ξέρει πως οι άνθρωποι είναι κάτι παραπάνω από την εξωτερική εικόνα τους. «Ο Κύριος Οβε» μιλά για την δύναμη μιας ανοιχτής καρδιάς, για την σημασία του να νιώθεις πως κάποιος σε αγαπά και σε χρειάζεται για τον τρόπο που η ζωή μας καθορίζει, αλλά και τον τρόπο που της δίνουμε σχήμα εμείς.

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

CAROL

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 28 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΙΣ ΕΥΧΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑ 
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ 2018

6 ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΟΣΚΑΡ 2016

Ο Τοντ Χέινς επιστρέφει μετά από οκτώ χρόνια για να χαρίσει στην Κέιτ Μπλάνσετ την ερμηνεία της ζωής της.

Η νέα του ταινία είναι το «Carol», το οποίο είναι βασισμένο στο μυθιστόρημα «The Price of Salt» (αργότερα γνωστό απλά ως «Carol») της Πατρίτσια Χάισμιθ. Μεταφερόμαστε στη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του 1950. Είναι λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Η νεαρή Τερέζ (Ρούνεϊ Μάρα) είναι υπάλληλος σε ένα πολυκατάστημα του Μανχάταν, ονειρεύεται ωστόσο μια καλύτερη ζωή. Όταν γνωρίζει την Κάρολ (Κέιτ Μπλάνσετ), μια γοητευτική μεγαλύτερη γυναίκα που βρίσκεται στα τελευταία στάδια ενός αποτυχημένου γάμου, θα δει σε αυτή τα όνειρά της. Η πρώτη τους συνάντηση φαίνεται εντελώς αθώα, για καμία δεν είναι όμως έτσι. Σύντομα λοιπόν θα αναπτύξουν μια βαθύτερη σχέση και καθώς χάνονται στο πάθος τους και φεύγουν μακριά, θα δοκιμαστεί η πίστη για αυτό που έχουν με ανυπολόγιστες συνέπειες και για τις δύο.
Φυσικά ο Χέινς δεν ενδιαφέρεται να ξεδιπλώσει απλώς τις σελίδες του βιβλίου της Χάισμιθ στη μεγάλη οθόνη. Αυτό που τον απασχολεί είναι να μετατρέψει τα συναισθήματα σε χρώματα και έπειτα να τα κινηματογραφήσει. Για την ακρίβεια είναι να απορείς πώς δεν έτυχε ο Χέινς να γυρίσει νωρίτερα αυτή την ταινία, αφού η ιστορία μοιάζει κομμένη και ραμμένη για τον ίδιο ώστε να βγάλει όσα αγαπά στο σινεμά. Η μόνη εξήγηση είναι ότι περίμενε την Κέιτ Μπλάνσετ να φτάσει στην κατάλληλη ηλικία για να υποδυθεί το ρόλο. Γιατί κάθε κουβέντα σχετικά με το «Carol» αρχίζει και τελειώνει σε αυτή.
Η ιστορία ξεκινά από το τέλος, χωρίς να βλέπουμε κανένα από τα δύο πρόσωπα των πρωταγωνιστριών από κοντά. Τις παρακολουθούμε καθώς βρίσκονται σε ένα γεύμα το οποίο μοιάζει σαν όλα τα άλλα, για να συνειδητοποιήσουμε εν τέλει πως είναι το πιο σημαντικό δείπνο στη ζωή των δύο γυναικών. Ο Χέινς αποκρυσταλλώνει την έννοια του έρωτα. Είναι κάτι κατανοητό μόνο για τα δύο άτομα που βρίσκονται μέσα στη διαδικασία του, τα οποία εκείνη τη στιγμή νιώθουν πως ανακαλύπτουν ξανά τον κόσμο με νέες υπεράνθρωπες αισθήσεις. Στους απ’ έξω φαίνεται μια καθημερινή πράξη μέσα σε μια ρουτίνα αλλά μόνο έτσι δεν είναι. Αυτήν ακριβώς την εμπειρία αιχμαλωτίζει ο Χέινς στο «Carol».
Αν έπρεπε να συγκρίνουμε το «Carol» με κάποια συγκεκριμένη ταινία για τον τρόπο που χρησιμοποιεί μια ιστορία με απώτερο σκοπό να πραγματοποιήσει μια καλλιτεχνική σπουδή πάνω στη φύση του έρωτα, τότε αυτή θα ήταν η «Ερωτική επιθυμία» του Γουόνγκ Καρ Γουάι. Πέρα από την εποχή, πέρα από την υπόθεση, πέρα ακόμη και από τις ερμηνείες, σημασία έχει το κάθε κάδρο ξεχωριστά, τα ηλεκτρισμένα βλέμματα μέσα στο πλήθος, οι σάρκες που καίνε, ένα βρεγμένο παράθυρο αυτοκινήτου. Ο Χέινς κατάφερε να σε κάνει να βλέπεις την Τερέζ μέσα από τα μάτια της Κάρολ και την Κάρολ μέσα από αυτά της Τερέζ. Καμία δεν αποκαλύπτεται πραγματικά ποτέ και δεν έχει νόημα χωρίς την άλλη
Το «Carol» είναι μια πανέμορφη ταινία, την οποία για να απολαύσεις στο μέγιστο θα πρέπει να αφεθείς εξολοκλήρου στον κόσμο που χτίζουν η Κάρολ και η Τερέζ. Σίγουρα πρόκειται για μια πολύ καλή ταινία που από τεχνικής πλευράς αξίζει να παίξει σε πολλές κατηγορίες των Όσκαρ, πρωτίστως όμως είναι μια υπόθεση καθαρά προσωπική που τη βιώνει ο καθένας ξεχωριστά. Ο Χέινς έφτιαξε μια ταινία που είναι μόνο συναίσθημα και αν την αντιμετωπίσετε ως τέτοια το πιθανότερο είναι να βρείτε την καλύτερη ταινία της χρονιάς. Και μιας και «η ταινία της χρονιάς» δεν είχε νόημα ποτέ ως μαζική αδιαπραγμάτευτη αλήθεια μα ως προσωπικό πάθος, εδώ αποκτά την πραγματική της διάσταση.

Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ (THE REVENANT)

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 21 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ



Ένας έμπορος γούνας, ο Hugh Glass (DiCaprio) ζει σε μία έκταση κοντά στα σύνορα της χώρας το 1823. Μετά από επίθεση που του κάνει μία αρκούδα, τον ληστεύει ένα group από εγκληματίες και τον αφήνουν να πεθάνει. Εκείνος όμως επιβιώνει και ξεκινά ένα σχέδιο για να τους εκδικηθεί. Μια ιστορία εκδίκησης βασισμένη στο βιβλίο του Michael Punke που είναι βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα – με την ταινία όμως να ξεπερνά τα γεγονότα του βιβλίου.
Η νέα ταινία του Iñárritu, που σάρωσε τα πάντα στα Oscars πέρσι με το Birdman, φέρνει και πάλι μαζί μετά το Inception τον Leonardo DiCaprio και τον Tom Hardy με τον σκηνοθέτη να στηρίζεται στους δύο ηθοποιούς το ίδιο όσο στηρίζεται στο δικό του σκηνοθετικό ταλέντο αλλά και στο μοντάζ.
Ο Inarritu καταφέρνει για δεύτερη σερί χρονιά να είναι στην λίστα με τους καλύτερους σκηνοθέτες της χρονιάς και το κάνει με την αξία του. To “Η Επιστροφή” αγγίζει την σκηνοθετική τελειότητα με υπέροχα πλάνα, από τα κοντινά στα μακρινά και με πολύ καλή κίνηση της κάμερας. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί αρκετά τις τεχνικές του Birdman, όμως αυτή τη φορά όχι για να κόψει την ταινία σε ένα μεγάλο πλάνο, όχι ότι τις λείπουν βέβαια οι μεγάλες σε διάρκεια σκηνές, αλλά κυρίως για να μεταδώσει τα συναισθήματα, τα άγχη και τις αγωνίες των πρωταγωνιστών του, αλλά και για να δείξει όλα όσα γίνονται στο “πεδίο της μάχης” από κάθε γωνία, είτε μιλάμε για πραγματική μάχη, είτε για την μάχη της επιβίωσης, που δίνει ο Leonardo DiCaprio σε όλη την ταινία. Αν και ο Inarritu τα καταφέρνει άψογα με αυτήν την τεχνική στο επίπεδο των συναισθημάτων, για ακόμα μια ταινία του ο τρόπος που σκηνοθετεί δείχνει μια αυταρέσκεια και γίνεται σε κάποιες περιπτώσεις επιτηδευμένος, καθώς η αφήγηση της ιστορίας αλλά και η ανάπτυξη των χαρακτήρων του είναι μονοδιάστατα.
Ουσιαστικά στο The Revenant η καλή σκηνοθεσία και τα τοπία έχουν αντικαταστήσει το ξετύλιγμα της ιστορίας και τις πληροφορίες για τους χαρακτήρες και το background τους. Σε κανένα σημείο της ταινίας ο θεατής δεν γίνεται ένα με τον πρωταγωνιστή, που βρίσκεται να περιπλανιέται στα χιονισμένα τοπία χωρίς ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης και σκοπό, με αποτέλεσμα κάτι που θα μπορούσε να είναι μια ιστορία εκδίκησης, να είναι πολύ περισσότερο μια ιστορία επιβίωσης ενός αληθινού μεν, αδιάφορου δε χαρακτήρα. 
Όσο για τις ερμηνείες το μόνο σίγουρο είναι ότι είναι δύσκολες, γίνονται σε πραγματικές συνθήκες ψύχους, είναι πολύ φυσικές με αποκορύφωμα τα όντως τρελά πράγματα που κάνει ο DiCaprio στην ταινία, με την πλέον γνωστή σκηνή με την αρκούδα. 
Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν on set, σχεδόν τα πάντα που βλέπουμε δηλαδή, είναι αληθινά με τοπία από τον χιονισμένο Καναδά και τα βουνά της Αργεντινής. Μάλιστα η παραγωγή διήρκεσε το εξωφρενικό διάστημα των δέκα μηνών, κάτι εξοντωτικό σίγουρα για όλους τους συμμετέχοντες, με τα γυρίσματα να είναι πολύ δύσκολα και ένα μεγάλο μπράβο να χρειάζεται να ειπωθεί σε όλο το team για την αντοχή και την οξυδέρκειά του. 
Πηγή:cinefreaks.gr



Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟΝΙ ΕΡΝΤΜΑΝ

ΣΙΝΕΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ
ΠΕΜΠΤΗ 14 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2017
ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ


Τρίτη μεγάλου μήκους ταινία για τη γερμανίδα Μάρεν Άντε, της οποίας το σκηνοθετικό ντεμπούτο "Το Δάσος για τα Δέντρα" (2003) έφυγε από το φεστιβάλ του Σάντανς με το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής, ενώ η δεύτερη ταινία της με τίτλο "Όλοι οι Άλλοι"(2009) απέσπασε την Αργυρή Άρκτο (Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής) στην Μπερλινάλε καθώς και το βραβείο γυναικείας ερμηνείας. Για τα επόμενα χρόνια ασχολήθηκε με την παραγωγή, επιλέγοντας ταινίες ιδιαίτερου καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος όπως το "Χαμένος Παράδεισος" (Tabu) ή την τριλογία "Arabian Nights", προκαλώντας μεγάλες προσδοκίες για την μετέπειτα καριέρα της. Φέτος διαγωνίζεται στις Κάννες με μια κομεντί, γύρω από τον Γουίνφριντ έναν πατέρα -στον ρόλο ο αυστριακός ηθοποιός Πίτερ Σιμόνισεκ - που αποφασίζει να αιφνιδιάσει την αποξενωμένη κόρη του, Ινές (την υποδύεται η Σάντρα Χούλερ), μια σοβαρή καριερίστα που εργάζεται ως στρατηγικός σύμβουλος σε μεγάλη εταιρία στο Βουκουρέστι, με μια απροειδοποίητη επίσκεψη. Το πρώτο κοινό τους 24ωρο αποδεικνύεται καταστροφικό, αλλά ο Γουίνφριντ δεν το βάζει κάτω. Αποφασίζει να μείνει στην πόλη και να «ξανασυστηθεί» στην κόρη του και το περιβάλλον της μέσα από έναν φανταστικό χαρακτήρα, αυτόν του «Τόνι Έρντμαν». Σκοπός του πλακατζή πατέρα είναι να τραβήξει την προσοχή της μονίμως απασχολημένης κόρης του, να τη βοηθήσει να αλλάξει τη στρεσογόνα ρουτίνα της και να διεκδικήσει μια θέση στην ζωή της.

 

Τα 162 λεπτά του φιλμ φαντάζουν απαγορευτικά, ωστόσο το Toni Erdmann είναι μια ταινία που κανείς δεν πρέπει να χάσει. Κι αν την πρώτη μία ώρα, αναρωτιέστε αν αξίζει τόσος ντόρος, το δεύτερο μισό θα έρθει για να σας επιβεβαιώσει για το αντίθετο. Μια γερμανική κωμωδία που πέρα από το γέλιο, ασκεί κριτική στις πολυεθνικές εταιρείες, όσον αφορά την αφοσίωση που απαιτούν από τους εργαζομένους και την εξουσία που διαθέτουν ώστε να κινούν σαν πιόνια τις μοίρες εκατοντάδων ανθρώπων, καθώς και στον στρεσογόνο τρόπο ζωής του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου, έχοντας στο επίκεντρο μια απίθανη αλλά παράλληλα στοργική ιστορία ανάμεσα σε πατέρα και κόρη. 
Στιγμές ανθολογίας που προκαλούν γέλιο στους θεατές και αμηχανία στους κεντρικούς ήρωες, εναλλάσσονται με σκηνές που θίγουν σοβαρά ζητήματα, με απόλυτη ισορροπία και μεγάλη δεξιοτεχνία. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο αποδεικνύεται υπέροχο και με έντονη χημεία. Η βραβευμένη στο φεστιβάλ του Βερολίνου για την ερμηνεία της στην ταινία ΡέκβιεμΣάντρα Χούλερ, φαντάζει ιδανική για τον ρόλο της ψυχρής καριερίστα Ινές και καταφέρνει να ξεχωρίσει χωρίς να κρυφτεί από τη σκιά του γίγαντα Πίτερ Σιμόνισεκ

Μια feelgood κωμωδία από τη Γερμανία που αναβλύζει τρυφερότητα, ενώ παράλληλα μας καλεί να αναλογιστούμε τη ζωή που έχουμε δημιουργήσει, και αν χρειαστεί, να πραγματοποιήσουμε την προσωπική μας επανάσταση ώστε να διεκδικήσουμε το καλύτερο για εμάς.