Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Το μεγάλο σορτάρισμα


ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 1 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΩΡΑ 9.00Μ.Μ.
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

Παραγωγή: Αμερικάνικη Σκηνοθεσία: Ανταμ ΜακΚέι
Πρωταγωνιστούν: Κρίστιαν Μπέιλ, Στιβ Καρέλ, Ράιαν Γκόσλινγκ, Μπραντ Πιτ

περίληψη
Ο Κρίστιαν Μπέιλ, ο Στιβ Καρέλ, o Μπραντ Πιτ κι ο Ράιαν Γκόσλινγκ υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Aνταμ ΜακΚέι, συμπράττουν σε μια σπονδυλωτή ταινία που γυρίζει πίσω στις αρχές της οικονομικής κρίσης στα τέλη του 2008, και με πολύ χιούμορ, αναπτύσσει τους ιδιόμορφους αυτούς χαρακτήρες που, ενώ όλοι αγόραζαν σαν τρελοί, εκείνοι σόρταραν - πόνταραν δηλαδή στην πτώση της αξίας συγκεκριμένων τίτλων.
υπόθεση
Στα τέλη του 2008 έσκασε η φούσκα της αμερικάνικης κτηματαγοράς. Οι τιμές των σπιτιών, που είχαν εκτιναχθεί σε δυσθεώρητα ύψη, κατέρρευσαν μέσα σε ελάχιστους μήνες. Μαζί τους συμπαρέσυραν και την παγκόσμια οικονομία, οδηγώντας στη χειρότερη κρίση των τελευταίων 80 ετών που παρέσυρε στο διάβα της, κυβερνήσεις και υπόγειες διασυνδέσεις. Τέσσερις outsiders μικροεπενδυτές (ένας αθυρόστομος αναλυτής, ένας αντικοινωνικός γιατρός με ταλέντο στα μακροοικονομικά, δυο πιτσιρικάδες μικροεπενδυτές που έστησαν επενδυτικό κεφάλαιο στο γκαράζ του σπιτιού τους κι ένας τραπεζίτης που απλά αξιοποίησε προς ίδιον όφελος μια πληροφορία), διαπιστώνουν αυτό που οι τράπεζες, τα ΜΜΕ και η αμερικανική κυβέρνηση αρνούνταν να δουν, δηλαδή… την επικείμενη κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας. Έτσι, στο γενικευμένο αυτό, παγκόσμιο «κραχ» υπήρχαν και άτομα που ωφελήθηκαν από αυτό και θησαύρισαν.
Πηγή clickat life,gr

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Theeb - Ο λύκος της ερήμου


ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ 24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2016 ΩΡΑ 21.00
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
1916, περίοδος Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, κάπου στη δυτική Αραβία, στην επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κάποιοι βεδουίνοι, όπως το σόι του μικρού ήρωα της ιστορίας, βιοπορίζονται ως οδηγοί, μεταφέροντας με καμήλες προσκυνητές δια μέσου της ερήμου στη Μέκκα. Κάποιο βράδυ, εμφανίζεται στις σκηνές τους ένας άγγλος στρατιωτικός με έναν άραβα συνοδό, ζητώντας να τον μεταφέρουν σε μια πηγή που βρίσκεται κοντά στις γραμμές τρένου των οθωμανικών υπηρεσιών -προφανώς, πρόκειται για σαμποτάζ στο τρένο. Ο μεγάλος αδελφός Χουσείν συναινεί να τους συνοδεύσει, ενώ ο μικρός, ο Διμπ (= λύκος), παρά την εντολή του αδελφού να μείνει στις σκηνές, με την περιέργεια της παιδικής ηλικίας και τη δίψα για ηρωισμούς, ακολουθεί, αρχικά κρυφά, μέχρι που όταν ανακαλύπτεται, είναι αργά να τον φέρουν πίσω. Όλοι μαζί, θα αντιμετωπίσουν μια σύγκρουση με ένοπλους (ληστές ή αντάρτες;) και ο μικρός Διμπ θα ζήσει μια βίαιη κι απότομη ενηλικίωση που πλάθεται στην επαφή του μ` ένα τραυματία τυχοδιώκτη, κάποτε συνοδό προσκυνητών που πέρασε στην αχρηστία. 

Στην πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, με κεφάλαια από τα Εμιράτα, ο αγγλο-ιορδανός σκηνοθέτης Ναζί Αμπού Ναουάρ μάς εκπλήσσει με μια ιστορία που πίσω απ` τη φαινομενική της απλότητα, κρύβει το ιστορικό δράμα της σύγκρουσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τις δυνάμεις της Δύσης, εν προκειμένω με τα βρετανικά συμφέροντα (γεωπολιτικές ισορροπίες, πετρέλαιο), κρύβει επίσης την πολιτισμική διαταραχή που έχει φέρει στις αραβικές φυλές ο γενικευμένος πόλεμος και η τεχνολογία (το τρένο καταργεί το καραβάνι, παράδοση αιώνων χάνεται, άνθρωποι και φυλές χάνουν τον ρόλο τους, την ταυτότητά τους), ενώ παράλληλα, μελετά τη μύηση ενός παιδιού στον σκληρό ενήλικο κόσμο. Είναι ένα φιλμ που από δω και πέρα το αντιμετωπίζεις ως μέρος δίπτυχου με το «Λόρενς της Αραβίας» του Ντέιβιντ Λιν, και δεν είναι τυχαίο που και ο Λόρενς ξεκίνησε την περιπέτεια του την ίδια χρονιά: το 1916. Το «Λόρενς» είναι το έπος μεγάλης πνοής, το «Theeb» είναι το μικρών διαστάσεων περιστατικό που όμως υπαινίσσεται και ψιθυρίζει τα ίδια θέματα, ίσως με περισσότερη διαλεκτική αποστασιοποίηση. Μεγάλα και μικρά συμφέροντα αποδίδονται ως χορός της πάντα τραγικής ανθρώπινης μοίρας, χωρίς επιλογές στρατοπέδων και διδακτισμό. Ο λιτός δραματικός ρεαλισμός της αφήγησης (μάλιστα ο Ναουάρ χρησιμοποίησε αληθινούς βεδουίνους κι όχι ηθοποιούς), με υποβλητικό σκηνικό ερήμους και βράχια (γυρίστηκε στην Ιορδανία), περιέχει όλα τα επίπεδα ανάλυσης, Ιστορίας και χαρακτήρων. Ο Διμπ έχει να κατεργαστεί τον βεδουίνικο-ισλαμικό ηθικό κώδικα κόντρα στον ρεαλισμό του τυχοδιώκτη και να τολμήσει ακραία δικαιοσύνη μπροστά σε εκπρόσωπο των οθωμανικών αρχών. Τα τελευταία πλάνα με την καμήλα και το τρένο σε βάθος πεδίου προοιωνίζουν την πολιτισμική σύγκρουση που βιώνουμε ακόμα. 
Πηγή:cine.gr

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Νοτιάς


ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 17 ΝΟΕΜΒΡΗ 2016 ΩΡΑ 21.00
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

  • Παραγωγή-Σκηνοθεσία-Σενάριο: Τάσος Μπουλμέτης
  • Φωτογραφία: Σίμος Σαρκετζής
  • Μοντάζ: Γιώργος Μαυροψαρίδης
  • Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα
  • Πρωταγωνιστούν: Γιάννης Νιάρρος, Μελισσάνθη Μάχουτ, Xαρά Μάτα Γιαννάτου, Θέμης Πάνου, Μαρία Καλλιμάνη, Ταξιάρχης Χάνος, Αργύρης Ξάφης, Ερρίκος Λίτσης, Ομηρος Πουλάκης
  • Διάρκεια: 99 λεπτά
Δεκατρία χρόνια μετά την «Πολίτικη Κουζίνα» ο Τάσος Μπουλμέτης επιστρέφει με μια ταινία προσωπική και μυθική μαζί, φτιαγμένη από τις πιο τρυφερές αλλά και προφητικές μνήμες μιας ολόκληρης χώρας.


ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΚΡΑΝΑΚΗ-FLIX.GR

Από τη μέρα που εμφανίζονται στον Σταύρο οι πρώτες ερωτικές ανησυχίες φουντώνει και η επιθυμία του να λέει ιστορίες με ένα δικό του, ανατρεπτικό, τρόπο. Οι ταραχώδεις, αλλά και ταυτόχρονα πολλά υποσχόμενες για την Ελλάδα, δεκαετίες του ‘60,’70 και ‘80 πυροδοτούν τη φαντασία του ασταμάτητα. Στο ταξίδι από την εφηβεία προς την ενηλικίωση, για να κατακτήσει αυτά που ποθεί, θα σκαρφιστεί ιστορίες για αρχαίους μύθους, μακρινά ταξίδια και όμορφες γυναίκες. Οταν έρθει αντιμέτωπος με την πραγματικότητα, θα κάνει τις ιστορίες του εικόνες, και θα ανακαλύψει τον εαυτό του.

Φαινομενικά, ο «Νοτιάς» μοιάζει με απόλυτη και φυσική συνέχεια της «Πολίτικης Κουζίνας», ένα ακόμη κομμάτι στη φιλμογραφία ενός σκηνοθέτη που αισθάνεται σίγουρος πως οι προσωπικές του ιστορίες αφορούν τους πάντες και την ίδια στιγμή νιώθει ότι γνωρίζει τον τρόπο για να το αποδείξει.
Ο «Νοτιάς» είναι κι αυτή μια ταινία φτιαγμένη από μνήμες, νοσταλγία, ερωτικά σκιρτήματα, ενήλικες που στέκονται αμήχανοι απέναντι στα παιδιά τους, μεγάλα όνειρα και ακόμη μεγαλύτερες αγάπες, ιστορίες και Ιστορίες που διανύουν παράλληλους βίους πάνω στις σελίδες της ελληνικής πατριδογνωσίας πριν σκάσουν στο πρόσωπο του θεατή σαν ρετρό πυροτεχνήματα και τον κάνουν να θυμηθεί, να νοσταλγήσει, να συγκινηθεί.
Μοιάζει, όμως, πολύ «εύκολο» να κατηγορήσεις για... συνταγή ένα σκηνοθέτη που η αμέσως προηγούμενη ταινία του έχει στον τίτλο της τη λέξη «Κουζίνα» και υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες στην ιστορία του ελληνικού σινεμά – αν και τη χωρίζουν ήδη περισσότερα από δέκα χρόνια από την εποχή που γέμιζε τις αίθουσες και πρόσφερε κοσμική συγκίνηση σε μια χώρα που δεν μπορούσε ούτε κατά διάνοια να φανταστεί τι θα ακολουθούσε.
Τα υλικά του «Νοτιά» είναι ίδια με αυτά της «Πολίτικης Κουζίνας»: αφήγηση βασισμένη πάνω σε αναμνήσεις, εναλλαγή δράματος και κωμωδίας, παραδόσεις και μύθοι που συναντούν το παρόν, ερωτισμός και ενηλικίωση, ειδικά οπτικά εφέ, ένα γλυκόπικρο ταξίδι στο παρελθόν ενός ανθρώπου και μιας ολόκληρης χώρας.
Αλλά ο «Νοτιάς» είναι μόνο φαινομενικά ίδιος με την «Πολίτικη Κουζίνα», αφού ο Μπουλμέτης χρησιμοποιεί εδώ αναλογίες δόσεων που η αυστηρότητα του άγραφου βιβλίου της... πολίτικης κουζίνας δεν θα επέτρεπε ποτέ.
Ο «Νοτιάς» είναι μια ιστορία ενηλικίωσης ενός αγοριού και μιας χώρας, ένα οδοιπορικό στις δεκαετίες που διαμόρφωσαν την Ελλάδα της Μεταπολίτευσης και έστρωσαν το χαλί για τη θριαμβευτική υποδοχή της σημερινής κρίσης, μια ωδή στην «παλιά» Αθήνα του ’60 και του ’70, ένα ερωτικό γράμμα στο σινεμά, μια, δύο ή και παραπάνω ιστορίες αγάπης, το ημερολόγιο ενός ανθρώπου που στροβιλίστηκε μέσα στις επιθυμίες των άλλων μέχρι να αποφασίσει να κάνει πραγματικότητα το δικό του μεγάλο ταξίδι.
Περισσότερο όμως απ’ όλα αυτά, ο «Νοτιάς» είναι μια ταινία για τους μύθους. Τους μύθους που μεταφέρονται σχεδόν αταβιστικά από τη μια γενιά στην άλλη μένοντας άθικτοι μέσα στους αιώνες. Τους μύθους που γεννιούνται στην εποχή μας ερήμην μας και τους οποίους αναγνωρίζουμε ως τέτοιους μόνο μετά από χρόνια και σε ασφαλή απόσταση από το παρόν. Τους μύθους που κατασκευάζουμε οι ίδιοι, όταν η πραγματικότητα είναι πια αφόρητη, η Ιστορία δεν έχει πια λύσεις για όσα συμβαίνουν γύρω μας και η φαντασία αφήνεται ελεύθερη να οργιάσει.
Μακριά από την πιο επικών και συχνά αχρείαστα μελοδραματικών διαστάσεων ερωτική ιστορία της «Πολίτικης Κουζίνας» και την υπερβάλλουσας νοσταλγίας απόσταση που έτσι κι αλλιώς δημιουργεί μια χαμένη πατρίδα, ο Μπουλμέτης τοποθετεί το σεναριακό και σκηνοθετικό του στιλ ακριβώς πάνω σε μια ιστορία που τους ταιριάζει, φτιάχνοντας με το «Νοτιά» μια ταινία ταυτόχρονα προσωπική και μυθική – διατηρώντας σε όλη τη διαρκειά της άριστη ισορροπία ανάμεσα στα δύο αυτά μεγέθη.
Οτιδήποτε συμβαίνει στο «Νοτιά» - απλό, απλοϊκό, μεγαλειώδες, συγκινησιακό - συμβαίνει πρωτίστως στο μυαλό του ήρωά του, είτε αυτό είναι τα εξαιρετικά και επίτηδες όχι τέλεια ειδικά εφέ με την Τροία και τις Σουλιώτισσες, είτε τα μυστικά που κρύβονται στη βιτρίνα με τις βαλίτσες στο κατάστημα του πατέρα του. Ολα όσα ζει, αισθάνεται και φαντασιώνεται ο Σταύρος μοιάζουν με παιχνίδια στα χέρια ενός παιδιού που δεν έχει καμία διάθεση να τα αφήσει αχρησιμοποίητα.
Το παιδί είναι ο Μπουλμέτης που – με την ελαφρότητα ενός λαϊκού άσματος - διασκεδάζει, θυμάται, χαριτολογεί, μελαγχολεί, νοσταλγεί, ερωτεύεται, καθώς στο μεγάλο χάρτη που άλλοι σημειώνουν τα ταξίδια τους, σημαδεύει τη συγχρονη ελληνική ιστορία φέρνοντας την αντιμέτωπη με το σήμερα χωρίς να ξεφεύγει από την κεντρική ιστορία του ήρωά του.
Με διάθεση παιχνιδιάρικη αλλά και σατιρική, ο «Νοτιάς» διασχίζει την Ελλάδα της Αννας - Μαρίας μέχρι την Ελλάδα του Ανδρέα Παπανδρέου, επικυρώνει το δέος των Ελλήνων για τον Ωνάση, κάνει χώρο ανάμεσα στα ντουμάνια των συγκεντρώσεων του Ρήγα Φεραίου, αποθεώνει τη Ζωζώ Σαπουντζάκη (και κυρίως το μύθο της) με μια υπέροχη σκηνή λίγο πριν το φινάλε και φτάνει μέχρι το Σούλι και την Τροία αναλογιζόμενος τι θα είχε συμβεί αν τα πράγματα δεν είχαν συμβεί έτσι όπως μας τα έμαθαν.
Οχι, ο «Νοτιάς» δεν είναι μια ταινία νοσταλγίας, ούτε μια ρετρολάγνα αναπόληση ενός ένδοξου παρελθόντος όπου η Ομόνοια ήταν στρογγυλή (και πανέμορφη), η μαμά χόρευε τανγκό (και μετάνιωνε που δεν ταξίδεψε ποτέ στην Αργεντινή), τα ανδρικά σλιπ ήταν Minerva (και σου έπεφταν λίγο μεγάλα), οι Πασοκτζήδες ονειρεύονταν την «αλλαγή» (και το πίστευαν), έξω από τα σινεμά οι νέοι τσακώνονταν για τον Γκοντάρ (κυρίως για τον Γκοντάρ) και στην κινηματογραφική λέσχη του πανεπιστήμιου Αθηνών ο ευρυγώνιος φακός είχε καταδικαστεί ως «δεξιός» (ίσως και να ήταν).
Ο «Νοτιάς» είναι μια μικρή, έξυπνη και δουλεμένη στην λεπτομέρεια ταινία που μιλάει - ναι, πολλές φορές με διάθεση να εξηγήσει τα αυτονόητα - για τη μεγάλη ανάγκη της Ιστορίας, για τους μύθους που δεν πρέπει να αλλάξουν, για τα ψέματα που είναι πιο αλήθινα από την πραγματικότητα, για όσα μπορούμε κάθε φορά να δούμε στο παρόν για το μέλλον. Μαζί και η επιβεβαίωση πως ο Τάσος Μπουλμέτης κάνει το δικό του σινεμά του δημιουργού – χωρίς ίχνος αλαζονίας από το ένδοξο δικό του παρελθόν, συνομιλώντας με ειλικρίνεια και τιμιότητα με τον θεατή σε ένα διαρκές συγκινησιακό debate του τι πέρασε και του τι έρχεται, τι θα έπρεπε να είχε γίνει διαφορετικά και τι θα έπρεπε να είχε αλλάξει.
Κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, ο «Νοτιάς» φυσάει από το παρόν προς το παρελθόν... Στη σωστή διεύθυνση ενός σινεμά φτιαγμένου από προσωπικές ιστορίες που αφορούν όλους και συγκινούν με εκείνο τον τρόπο που είναι πραγματικά δύσκολο να περιγράψεις με λέξεις, αρκεί όμως ότι για μιάμιση ώρα το ένιωσες χωρίς την παραμικρή ενοχή και σίγουρος πως δεν έφταιγε μόνο η υγρασία.



Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Trumbo


ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Κοινωνική ΕΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: 2015 ΧΩΡΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ:ΗΠΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ:124' ΕΙΔΟΣ: ΕΓΧΡ. 

Σκηνοθεσία: Τζέι Ρόουτς Πρωταγωνιστούν: Μπράιαν Κράνστον, Νταϊάν Λέιν, Λούι ΣιΚέι, Έλεν Μίρεν 

ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 10/11/2016 ΩΡΑ 21.00
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

Βίος και πολιτεία του Ντάλτον Τράμπο, που από top σεναριογράφος του Xόλιγουντ τη δεκαετία του ’40, κυνηγήθηκε, έμεινε χωρίς δουλειά κι έχασε το σπίτι και τους περισσότερους φίλους του. Απτόητος, συνεχίζει να γράφει σενάρια για ταινίες που έφτασαν μέχρι τα Όσκαρ (The Brave One, Διακοπές στη Ρώμη), είτε χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο είτε με την υπογραφή άλλων σεναριογράφων. 


ΚΡΙΤΙΚΗ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΟΔΩΡΗ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ

Ένας αντικαθεστωτικός σεναριογράφος, η όμορφη σύζυγος, η πεισματάρα κόρη, η εκδικητική κοσμικογράφος, μεγάλα αφεντικά και κυνηγημένοι αριστεροί, ο λιγόψυχος Έντουαρντ Τζ. Ρόμπινσον και ο θρασύς Κερκ Ντάγκλας συνθέτουν μια κατά βάση δυσάρεστη ιστορία που ο σκηνοθέτης Τζέι Ρόουτς αφηγείται ευχάριστα, έχοντας τον Μπράιαν Κράνστον του «Breaking Bad», στο πραγματικό του ντεμπούτο στο σινεμά, εντυπωσιακά συγκεντρωμένο, διάφανο, σαρωτικό.   Η βιογραφία του Ντάλτον Τράμπο μας μεταφέρει σε μια επονείδιστη σελίδα του αμερικανικού κινηματογράφου, τότε που ο γερουσιαστής Μακάρθι και οι συν αυτώ ανέκριναν τους υπόπτους για τα κομμουνιστικά τους πιστεύω και, κρίνοντάς τους ως εχθρούς του έθνους, τους απέκλειαν επαγγελματικά εκβιάζοντας τα στούντιο, οδηγώντας τους στην απελπισία, στην πενία, στη φυλακή ή στην εξορία. Ο πιο γνωστός, ίσως, από την περίφημη δεκάδα των ανθρώπων που κατέθεσαν και καταδικάστηκαν για προσβολή του δικαστηρίου, αφού επικαλέστηκαν το πέμπτο άρθρο του Συντάγματος και δεν αποκάλυψαν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, ήταν ο σεναριογράφος Ντάλτον Τράμπο, ένας αντιφατικός, χαρισματικός, γοητευτικός γραφιάς που αναγκάστηκε να εκτίσει ποινή ως κοινός εγκληματίας και να επιστρέψει σε μια κοινότητα που απαγορεύεται όχι μόνο να τον υπερασπιστεί αλλά να τον προστατεύσει και να του δώσει δουλειά για να ζήσει την οικογένειά του. Ο Τράμπο, ανάμεσα σε άλλα, παρεξηγήθηκε για τον πρακτικό εναγκαλισμό του με τον καπιταλιστικό τρόπο ζωής, την ίδια στιγμή που δεν εγκατέλειψε την ιδεολογική του πίστη στον κομμουνισμό, ακόμη και στα πολύ δύσκολα. Η στάση και οι ρήσεις του αντανακλούσαν τη sui generis προσαρμογή του μαρξισμού σε μια απενοχοποιημένη χρήση του υλισμού, μιας ηδονιστικής οπτικής που δεν συνάδει με τον κλασικό, μονίμως προβληματισμένο αριστερό της εποχής, ακόμη και στην εκδοχή του Αμερικανού διανοούμενου. Η νέμεσις του Τράμπο στο θεωρητικό και πιο ενδιαφέρον κομμάτι της ταινίας είναι ένα φανταστικό πρόσωπο σε μια κατά τα άλλα πιστή μεταφορά της ζωής του σεναριογράφου (ο Τζέι Ρόουτς και ο σεναριογράφος του άκουσαν προσεκτικά τις συμβουλές που τους έδωσαν οι δύο κόρες του Τράμπο), ο Άρλεν Χερντ, τον οποίο υποδύεται ο κωμικός Λούι ΣιΚέι με πειστικότητα, ένας χαρακτήρας που εκπροσωπεί τους υπόλοιπους εννιά συναδέλφους των Hollywood Ten, καθώς δεν θα χωρούσαν τόσο πολλοί σε ένα story που προσπαθεί να καλύψει αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Ένα από τα εκνευριστικά χαρακτηριστικά για τους άλλους, αλλά συναρπαστικό για τον θεατή, ήταν η μη απολογητική του συμπεριφορά, από την οικογένειά του που ανεχόταν την ιδιότροπη σκληράδα ενός μοναχικού συγγραφέα, μέχρι τους ευεργέτες και τα χέρια που τον τάιζαν παντεσπάνι – γιατί υπήρξε ο πιο ακριβοπληρωμένος στην εποχή του. Ανάμεσα στην αδικία του συστήματος που τροφοδότησε με επιτυχίες και στην κουτσομπολίστικη, υπερσυντηρητική αθλιότητα της χειρότερης, πιο καταστροφικής και κομπλεξικής γυναίκας που πέρασε ποτέ από το Χόλιγουντ (πεντανόστιμη η Έλεν Μίρεν ως Χέντα Χόπερ), ο Τράμπο ποτέ δεν έχασε τον εαυτό του, καθώς πίστευε ακράδαντα τις λεκτικές περικοκλάδες που εκστόμιζε με γουστόζικο στόμφο και, κυρίως, είχε εμπιστοσύνη στη χρησιμότητα (και χρηστικότητα) της ειδικότητάς του σε έναν χώρο που συστηματικά επιτιμούσε τις λέξεις και όλα τα παράγωγα της διάνοιας, αλλά δεν γινόταν να μην τα επιστρατεύσει, ειδικά την εποχή που περιγράφει η ταινία, από τα τέλη των '40s μέχρι και την αρχή των '60s, με τη βιομηχανία του σινεμά σε φουλ παραγωγικότητα.   Η μεγάλη ειρωνεία ήταν πως στα χρόνια της ένδειας, όταν ο Ντάλτον Τράμπο κρυβόταν ακούσια πίσω από άλλους, πολιτικά «καθαρούς» συναδέλφους του για να κερδίσει τελικά δύο Όσκαρ (αυτός, ο προδότης!), για το Διακοπές στη Ρώμη και το Brave One, που του αποδόθηκαν ύστερα από δεκαετίες, ο μόνος που του πρόσφερε μπόλικα χρήματα, την ευκαιρία για ακόνισμα της πένας του και μια έξυπνη δικτύωση των υπόλοιπων άνεργων συναδέλφων του χτυπημένου κλάδου ήταν ο βασιλιάς των b-movies, ο περιβόητος Φρανκ Κινγκ, άτυπος πρόγονος του Ρότζερ Κόρμαν, θιασώτης της γρήγορης ποσότητας έναντι της κουλτουριάρικης ποιότητας, αδιάφορος για το κυνήγι μαγισσών και τις στημένες επιτροπές. Ο Μπράιαν Κράνστον ποζάρει εισαγωγικά στο ξεκίνημα της ταινίας του, αλλά γρήγορα ξεδιπλώνει τις συγκρούσεις της τεράστιας προσωπικότητας του Τράμπο, του δεσποτικού, σχεδόν μανιακού άνδρα, μιας ετοιμόλογης ντίβας στο σπίτι του, που ωστόσο διατηρούσε συχνά ένα μειλίχιο δημόσιο προφίλ, υποκρινόμενος τον μετριόφρονα, όταν δεν ντίλαρε ψυχρά, ακόμη και στα πέτρινα χρόνια. Η συμφιλιωτική του ομιλία στο φινάλε της ταινίας σίγουρα αποτελεί ένα δεξιοτεχνικό αξιοθέατο για την πυκνότητα του λόγου και το ταλέντο του ηθοποιού που είναι υποψήφιος για Όσκαρ και δεύτερος στα προγνωστικά αυτήν τη στιγμή, πίσω από τον Ντι Κάπριο. Δεν υπάρχει αμφιβολία για τη σπουδαιότητα του θέματος του «Τράμπο», μια αμαρτία που το Χόλιγουντ έχει πραγματευθεί ξανά στο παρελθόν – το Guilty by Suspicion του Ίρβιν Γουίνκλερ. Ωστόσο, οι απλουστεύσεις και τα στρογγυλέματα στην ανάπτυξη παραπέμπουν σε δραματικές παραλείψεις που επιτείνουν το αίτημα για μια πιο βαθιά ανάλυση του μοναδικού εκείνου φαινομένου. Για παράδειγμα, η διαπόμπευση, κυρίως Εβραιοαμερικανών «εργατών» μιας βιομηχανίας που διευθυνόταν ουσιαστικά από Εβραιοαμερικανούς ιδρυτές του συστήματος του Χόλιγουντ, ήταν ένας ανοιχτός πόλεμος για το ποιος είναι πιο πατριώτης ανάμεσα στους εμιγκρέδες, αλλά και ποιος ακριβώς δημιουργεί την πιο αυθεντικά αμερικανική στόφα των ονείρων ενός έθνους. Ρωτήστε τη Λι Γκραντ, την όμορφη, υπερταλαντούχο ηθοποιό, που στο εκρηκτικό της ντεμπούτο της στο Χόλιγουντ, με το Detective Story του Γουίλιαμ Γουάιλερ, κλήθηκε να καταδώσει τον κομμουνιστή σύζυγό της, αρνήθηκε να καταθέσει και της αφαιρέθηκαν βίαια 12 από τα πιο δημιουργικά της χρόνια, απλώς και μόνο επειδή είχε αριστερές συμπάθειες. Όταν επέστρεψε, 31 ετών, έκανε την πρώτη από τις πολλές πλαστικές της εγχειρήσεις για να φαίνεται νέα και να νιώθει ευτυχισμένη, όπως έχει δηλώσει – για να βρει δουλειά σε έναν σκληρό χώρο και να μην τρελαθεί. Να μια, επίσης οσκαρική ιστορία που περιέχει δράμα πολλών επιπέδων... Πηγή: www.lifo.gr


Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2016

Ο αστακός


ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ: Κοινωνική ΕΤΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: 2015 ΧΩΡΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: Ελλάδα, Ιρλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ολλανδία ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 118 ΕΙΔΟΣ: ΕΓΧΡ.

Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος Πρωταγωνιστούν: Κόλιν Φάρελ, Ρέιτσελ Βάις, Ολίβια Κόλμαν, Άσλεϊ Γιένσεν, Αριάν Λαμπντ, Τζον Σ. Ράιλι, Λέα Σεντού, Aγγελική Παπούλια, Μάικλ Σμάιλι, Μπεν Γουίσοου

ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 3/11/2016 ΩΡΑ 21.00
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

Μια μη συμβατική ερωτική ιστορία που λαμβάνει χώρα σε ένα κοντινό μέλλον όπου οι άνθρωποι που μένουν μόνοι, είτε επειδή χωρίζουν είτε επειδή πεθαίνει ο σύντροφός τους, συλλαμβάνονται και μεταφέρονται στο Ξενοδοχείο. Εκεί είναι υποχρεωμένοι - σε διάστημα 45 ημερών- να βρούν κάποιον με τον οποίο ταιριάζουν και να γίνουν ζευγάρι. Αν δεν τα καταφέρουν μετατρέπονται σε κάποιο ζώο της επιλογής τους. 


ΚΡΙΤΙΚΗ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΟΔΩΡΗ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ

 Όταν πεθαίνει η σύζυγος του Κόλιν Φάρελ και εκείνος αναγκάζεται να μεταβεί σε ένα ειδικό Ξενοδοχείο που προβλέπει η νομοθεσία της δυστοπικής, αχρονικής κοινωνίας και να βρει ταίρι μέσα σε 45 ημέρες, καλείται να επιλέξει ένα ζώο στο οποίο θα ήθελε να μεταμορφωθεί, σε περίπτωση που αποτύχει να ζευγαρώσει εκ νέου. Ο Φάρελ διαλέγει τον αστακό για το γαλάζιο αίμα του και την ικανότητά του να παραμένει γόνιμος μέχρι το τέλος της ζωής του. Η επιτροπή τον συγχαίρει για το ασυνήθιστο της επιλογής του, λέγοντάς του μάλιστα πως οι περισσότεροι θέλουν να γίνουν σκύλοι, γι' αυτό και ο κόσμος έχει γεμίσει από τα συγκεκριμένα ζώα, ενώ άλλα, όπως ο αστακός, είναι πλέον προστατευόμενα είδη! Αδυνατώντας να προσαρμοστεί στη διαδικασία του αναγκαστικού συμβολαίου, ο Φάρελ καταφεύγει στο δάσος, στην ομάδα των Μοναχικών, όπου γνωρίζει τη Ρέιτσελ Βάις, κι από εκεί ξεκινάει η περιπέτειά τους, σαν κυνηγημένοι των κυνηγημένων, αφού και μέσα στο σύστημα των ανταρτών-μοναχικών υπάρχουν περιορισμοί και τιμωρίες. Για παράδειγμα, απαγορεύεται και εκεί το φλερτ και το σεξ, αν και επιτρέπεται ο χορός, μόνο όμως με υπόκρουση ηλεκτρονικής μουσικής και από ακουστικά – σε μια χαρακτηριστική, και θαυμάσια σεκάνς, όλοι χορεύουν στο δάσος, μόνοι τους, όπως κάνουν άλλωστε οι έφηβοι σήμερα, με μουσική που δεν φέρνει τα σώματα κοντά. Μέσα σε ένα τυπικά συμπαγές, ψυχρό, σχεδόν αντισηπτικό λανθιμικό σύμπαν (η Αγγλία ταιριάζει στην οπτική του) η χαραμάδα της αγάπης ανοίγει γενναία για τον Έλληνα σκηνοθέτη με το που ξεχύνεται στο δάσος και η δράση αλλάζει μορφή. Το θέμα του, όπως δήλωσε και ο ίδιος, είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, όπως και στις προηγούμενες ταινίες του. Στον Αστακό, το ζητούμενο είναι η αγάπη και η έκφρασή της που φτάνει μέχρι το θαύμα της αυτοθυσίας, σε έναν κόσμο που συνθλίβεται από κανόνες ζευγαρώματος, νόμους ισοπεδωτικούς για οποιονδήποτε θέλει να ζήσει τη ζωή του όπως επιθυμεί και αναγκάζεται να υποκρίνεται για να χωρέσει ως μετέωρο δέντρο στη γενική εικόνα, και τελικά να επιβιώσει. Η τοπογραφία της ταινίας είναι εξαιρετικά σχεδιασμένη και οι ερμηνείες διαφοροποιούνται ενδεικτικά και ανάλογα με την ποσότητα του συναισθήματος που εκλύεται κάθε φορά για να προχωρήσει το δράμα. Κάτω από αυτή την έννοια, ο Φάρελ, η Βάις και οι υπόλοιποι αγγλόφωνοι ηθοποιοί υπηρετούν το ύφος με ερμηνευτική επιφύλαξη που δηλώνει συνεχή φόβο για τη λάθος λέξη – και το κάνουν καλά. Γύρω από τις σταθερές αξίες στο σινεμά του Λάνθιμου, την Αριάν Λαμπέντ στον ρόλο της καμαριέρας/βοηθού/διπλής πράκτορος (στον καλύτερο ίσως ρόλο της μέχρι τώρα) και την Αγγελική Παπούλια, που υποδύεται μια άκαρδη και βίαιη γυναίκα που αποζητά κι εκείνη ταίρι, ο Φάρελ και η Βάις ανταποκρίνονται περίφημα στο παιχνίδι ανάμεσα στον νατουραλισμό που γνωρίζουν καλά και σε μια προσεκτική κατάδυση στο απάνθρωπο παράλογο, χωρίς να χρειάζεται να επινοήσουν ακραίες ερμηνευτικές λύσεις. Το πιο ενδιαφέρον σημείο των ρόλων τους είναι η αόρατη ζώνη ανάμεσα στις επιθυμίες και στις συνέπειές τους. Η ταινία είναι ένα σατιρικό, σουρεαλιστικό ρομάντσο με οξυδέρκεια στην παρατήρηση της ανθρώπινης ψυχής και το μαύρο χιούμορ σε φουλ φόρμα από τον μόνιμο σεναριογράφου του Λάνθιμου, Ευθύμη Φιλίππου, γύρω από την άτσαλη συμπεριφορά των αμήχανων τροφίμων του ζωολογικού κήπου που έχει πάρει το σχήμα του ξενοδοχείου και των γελοίων επιτηρητών τους. Ο Λάνθιμος το υποστήριξε με αυτοπεποίθηση και πλαστικότητα, δημιουργώντας μια απολυταρχία χωρίς τρελούς δικτάτορες και ειδικά εφέ, μια άθεη και απρόσωπη κοινωνία σε ειδυλλιακό φυσικό τοπίο, όπου η απειλή υφέρπει με αφύσικους τροπισμούς (με τη βιολογική και τη λογοτεχνική έννοια) σαν ένα καθαρόαιμο auteur θρίλερ, με πινελιές παραλογισμού στην αρχή, ρομαντική στροφή στο δεύτερο μέρος, παράδοξες λεπτομέρειες σε όλη τη διάρκεια και ανοιχτό φινάλε, που, όπως και στον Κυνόδοντα, υπονοεί σαφώς την αμφίσημη νίκη της επώδυνης επιλογής έναντι της δεσποτικής οργάνωσης. Στο μεταξύ, ο Λάνθιμος έχει προλάβει, για πρώτη φορά στη φιλμογραφία του, να εμπλακεί και στο θέμα, εκτός από το να παρατηρεί σχολαστικά τους χαρακτήρες που συνήθως προσπαθούν να δραπετεύσουν. Πηγή: www.lifo.gr

Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Το μπλε δωμάτιο

Η ελεγεία των αισθήσεων στο «Μπλε Δωμάτιο» του Ματιέ Αμαλρίκ


Μετά τη συγκλονιστική του ερμηνεία στην «Αφροδίτη με τη Γούνα» (2013) του Ρόμαν Πολάνσκι, ο Αμαλρίκ μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη με δεξιοτεχνία, ένα ιμπρεσιονιστικό ρομαντικό θρίλερ, βασισμένο στο ομώνυμο αστυνομικό μυθιστόρημα του Ζωρζ Σιμενόν 
Ο Ζουλιέν (Ματιέ Αμαλρίκ) και η Εσθέρ (Στεφανί Κλεό) συναντιούνται κάθε Πέμπτη στο δωμάτιο ενός επαρχιακού ξενοδοχείου. Είναι και οι δύο παντρεμένοι και στο δωμάτιο αυτό κάνουν έρωτα και μοιράζονται το πάθος τους, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια των κατοίκων της μικρής γαλλικής πόλης.
«Θα περνούσες τη ζωή σου μαζί μου αν ξαφνικά ήμασταν ελεύθεροι;» τον ρωτά κάποια στιγμή εκείνη. Κι αυτός, χωρίς να το πολυσκεφτεί, της απαντά «Φυσικά». Όταν ξαφνικά ο Ζουλιέν βρίσκεται να ανακρίνεται από την αστυνομία για ένα έγκλημα, τα αθώα αυτά λόγια αποκτούν άλλη διάσταση, καθώς βρίσκεται εγκλωβισμένος σ' έναν ιστό από ψέματα που ο ίδιος κατασκεύασε. Για ποιο λόγο κατηγορείται όμως;
Χρησιμοποιώντας τους κανόνες των κλασικών φιλμ νουάρ και βαδίζοντας στα ίχνη του μετρ του είδους Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο Ματιέ Αμαλρίκ μας παραδίδει μια αντισυμβατική και μοντέρνα εκδοχή του συγκεκριμένου κινηματογραφικού είδους. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί το κάπως αδύναμο τέλος. Ωστόσο «Το Μπλε Δωμάτιο» είναι στο σύνολο της μία αξιόλογη κινηματογραφική πρόταση.
Ο Ματιέ Αμαλρίκ υπογράφει το σενάριο, μαζί με την πρωταγωνίστρια του και σεναριογράφο, Στεφανί Κλεό. Οι δυο τους είναι ζευγάρι και εκτός πλατό, γεγονός που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την υπέροχη χημεία τους
Γιώργος Ρούσσος (tvxs.gr)

Κυριακή, 8 Μαΐου 2016

Αύγουστος

ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 12 ΜΑΙΟΥ ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ

Έτος: 2013 | Xώρα: Η.Π.Α. | Διάρκεια: 121 λεπτά 
Σκηνοθεσία: John Wells | Σενάριο: Tracy Letts  
Παίζουν: Meryl Streep, Julia Roberts, Chris Cooper, Ewan McGregor



Μέριλ Στριπ εναντίον Τζούλια Ρόμπερτς σ' έναν αξέχαστο «Αύγουστο»

To βραβευμένο θεατρικό έργο του Τρέισι Λετς μεταφέρεται στην μεγάλη οθόνη από τον Τζον Γουέλς με ένα εντυπωσιακό καστ και δύο συγκλονιστικές ερμηνείες από τις Μέριλ Στριπ και Τζούλια Ρόμπερτς. Ερμηνείες που θα θυμόμαστε για καιρό και που δικαίως απέσπασαν και οι δυο τους, από μία υποψηφιότητα στις Χρυσές Σφαίρες

Η ταινία αφηγείται τη σκοτεινή, βαθιά συγκινητική και ενίοτε με απαραίτητες δόσεις χιούμορ, ιστορία της οικογένειας Γουέστον. Οι ζωές των μελών της αποκλίνουν μέχρι τη στιγμή που μια οικογενειακή κρίση θα τους φέρει πίσω στο πατρικό τους σπίτι, στην Οκλαχόμα.
Η ιστορία μας εξετάζει διάφορες οπτικές της ενδοοικογενειακής παθογένειας, καθώς οι χαρακτήρες σταδιακά αναπτύσσονται, μυστικά και ψέματα αποκαλύπτονται. Οι μάσκες πέφτουν και ίσως μόνο οι πιο ψυχικά δυνατοί θα καταφέρουν να επιζήσουν...
 Ο πατέρας Μπέβερλι (Σαμ Σέπαρντ), είναι άφαντος και οι τρεις κόρες του (Τζούλια Ρόμπερτς, Τζούλιετ Λιούις, Τζούλιαν Νίκολς), μαζί με τη χειμαρρώδη και ψυχολογικά ασταθή σύζυγό του (Μέριλ Στριπ) και το υπόλοιπο σόι, οφείλουν να ανασυνταχθούν προκειμένου να καταφέρουν να ξεπεράσουν την κρίση αλώβητοι.
 Μέσα από τις πιο απροσδόκητες συναισθηματικές εκρήξεις που συνοδεύουν το οικογενειακό αυτό δράμα, έρχονται στην επιφάνεια ξεχασμένες διαφορές και τότε οι ισορροπίες δείχνουν να ανατρέπονται

«Αυτό που με γοήτευσε περισσότερο ήταν ότι η ιστορία σχετιζόταν με την οικογένεια. Με την οικογένεια μας περνάμε τα πάντα μαζί, ζούμε πολλές εμπειρίες. Γελάμε, στενοχωριόμαστε, υποστηρίζουμε ο ένας τον άλλον αλλά ταυτόχρονα μπορεί να βλάψουμε και ο ένας τον άλλον. Όλες αυτές οι οικογενειακές καταστάσεις είναι πολύ ανθρώπινες και όμορφες αλλά παράλληλα μπορεί να γίνουν και αστείες καμιά φορά. Μετά το τέλος της παράστασης στο Μπρόντγουεϊ παρατήρησα ότι όλοι συζητούσαν πως οι Γουέστονς τους θύμιζαν τις δικές τους οικογένειες. Υπάρχει μια αλήθεια σε αυτό που έχει γράψει ο Τρέισι και νομίζω αυτό είναι που μας τράβηξε όλους» Τζον Γουέλς

Με ένα αξιομνημόνευτο καστ ηθοποιών, όπως η τρεις φορές βραβευμένη με Όσκαρ Μέριλ Στριπ (“Iron Lady”), η επίσης βραβευμένη με Όσκαρ  Τζούλια Ρόμπερτς (“Erin Brockovich”), ο Γιούαν Μακ Γκρέγκορ (“The Impossible”) και ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς (“Τhe Fifth Estate”)


Κυριακή, 1 Μαΐου 2016

Στο σπίτι

Ελληνογερμανική ταινία, σκηνοθεσία Αθανάσιος Καρανικόλας 
με τους:Μαρία ΚαλλιμάνηΜαρίσα ΤριανταφυλλίδουΑλέξανδρος Λογοθέτης,Γιάννη Τορτέκη

ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 5 ΜΑΙΟΥ ΩΡΑ 9.00 Μ.Μ
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ


Ένα άπλετο φως πλημμυρίζει το σπίτι στην ομώνυμη ταινία του Καρανικόλα. Ένα σπίτι μοντέρνο, ανοιχτό προς τη θάλασσα,  που δεσπόζει μόνο του, ψηλά, μακριά από τη φασαρία και την ευτέλεια της πόλης. Η φιγούρα μιας γυναίκας, μοναχικής κι αυτής, είναι κυρίαρχη εδώ από την αρχή. Φαινομενικά τουλάχιστον. Πρόκειται για μια μετανάστρια από τη Γεωργία, που δουλεύει για πολλά χρόνια ως οικονόμος του σπιτιού. Η Νάντια ζει στο σπίτι.  Είναι σχεδόν το τέταρτο μέλος της οικογένειας. Μιλάει τέλεια τα ελληνικά- γι αυτό επιλέχθηκε- και κάνει άψογα όλες τις δουλειές, από τις αγγαρείες του κήπου έως την ανατροφή του δωδεκάχρονου κοριτσιού. Η Νάντια μιλάει ελάχιστα. Λέει όμως τη γνώμη της με θάρρος, όταν της το ζητούν. Διεκπεραιώνει τις δουλειές αθόρυβα, με φυσική ευγένεια, χωρίς να γίνεται βάρος, σα να είναι αόρατη. Το βλέμμα της όμως και το περπάτημά της μαρτυρούν την κούραση χρόνων. Μια χαμηλόφωνη επικοινωνία συνδέει τα πρόσωπα που κατοικούν στο σπίτι. Σα μυστική συμφωνία όπου οι σχέσεις είναι κάπως ασαφείς αλλά ρυθμισμένες ξεκάθαρα. Μέχρι τη στιγμή που ένα δυσάρεστο γεγονός έρχεται να διαταράξει τις λείες ισορροπίες, δημιουργώντας τριγμούς και οδηγώντας σε αναθεωρήσεις. Γιατί η αρρώστια της Νάντιας που την κάνει ανεπιθύμητη στους ιδιοκτήτες της –στον άντρα της οικογένειας, ο οποίος και αποφασίζει-θα φέρει στην επιφάνεια την υποκρισία του «σπιτιού», μεταμορφώνοντάς την σε αντικείμενο εκμετάλλευσης. Οι πραγματικές σχέσεις αποκαλύπτονται νύχτα, όταν πέφτει για πρώτη φορά το σκοτάδι στην ταινία. Και είναι αυτό το σκοτάδι που τελικά έκρυβε το σπίτι κάτω από το τραγικά εκτυφλωτικό του μεσογειακό φως.

Ο Καρανικόλας στη τρίτη μεγάλου μήκους του ταινία  προχωράει στην κλινική ανατομία μιας προνομιούχας αθηναϊκής τάξης, που κρατάει σαφή οικονομική και γεωγραφική απόσταση από την κοινωνική βάση. Η ταινία του δεν είναι σίγουρα μια ταινία για τη μετανάστευση. Ούτε για την εργασιακή εκμετάλλευση και τις ταξικές διαφορές, αν και «στο σπίτι» υπάρχουν σαφείς νύξεις για όλα αυτά. Με μινιμαλιστική διάθεση και οικονομία στην έκφραση ο σκηνοθέτης αποκαλύπτει σταδιακά τις ανθρώπινες σχέσεις, όπως αυτές ξετυλίγονται μέσα σε ένα ψυχρό και αποστειρωμένο σπίτι-οχυρό. Υπάρχει πάντα μια αθέατη πλευρά στην ηρωίδα του και αυτό είναι που την καθιστά τραγικό πρόσωπο. Η Νάντια στέκεται πάνω από τάξεις. Δεν ταυτίζεται με καμία πλευρά. Ούτε με αυτήν της πλαστής οικογένειας ούτε με το περιβάλλον του φίλου της, στο οποίο κοινωνικά είναι πιο κοντά. Η πτώση της έχει κάτι το αντιηρωικό. Γιατί δεν συνοδεύεται από οποιουδήποτε είδους εμπάθεια ή συναισθηματική φόρτιση. Οδηγεί απλά στην πικρή συνειδητοποίηση μιας πραγματικότητας. Που την αφήνει τραγικά μόνη.
 Στην ταινία του αυτή ο Καρανικόλας, όπως και στο « Echolot» επιλέγει το ρόλο του ψυχρού παρατηρητή. Το σπίτι και η φύση παίζουν πάλι καθοριστικό ρόλο, αν και εδώ όλα είναι σκηνοθετημένα με ακρίβεια και από μεγαλύτερη απόσταση. Απουσιάζουν η αμεσότητα και ο αυτοσχεδιασμός της προηγούμενής του ταινίας. Το μελόδραμα υποβόσκει χωρίς όμως ποτέ να εκδηλώνεται φανερά. Και ενώ όσον αφορά τη θεματική ο δημιουργός φαίνεται να κάνει την πρώτη καθαρά ελληνική του ταινία, σκηνοθετικά βρίσκεται πιο κοντά στη γερμανική σχολή του Βερολίνου, όπου η νηφαλιότητα του βλέμματος και η πειθαρχία της οπτικής, η διακριτική παρατηρητικότητα και οι μικρές ρεαλιστικές λεπτομέρειες προωθούν την κινηματογραφική αφήγηση. Συνθέτοντας μια σονάτα δωματίου. Χαμηλόφωνη και μελαγχολική σαν τα τραγούδια που ακούγονται στην ταινία. Ίσως και για αυτό  η ταινία-που απέσπασε το βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής στο τμήμα του Forum του 64ου Φεστιβάλ του Βερολίνου- να αποκτάει τελικά και οικουμενικό ενδιαφέρον, ξεφεύγοντας από τα στενά τοπικά της σύνορα.  

της Καλλιόπης Πουτούρογλου [ popy@cinephilia.gr]

Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

Magical Girl

 
Το νέο υπέροχο φιλμ του Κάρλος Βερμούτ: «Magical Girl» προβάλλεται την Πέμπτη 21 Απριλίου ώρα 21.00 στο Πολιτιστικό Κέντρο Πρέβεζας
 
Ένα φιλμ, τέλειο αισθητικά, που με πρωτότυπο σενάριο και αξιόλογες ερμηνείες από την πλειοψηφία των ηθοποιών (με ιδιαίτερη μνεία στην Μπάρμπαρα Λένι), κερδίζει τον θεατή που περιμένει αγωνιωδώς κάθε νέα σκηνή, για να δει την εξέλιξη της ιστορίας...
 
Αποφασισμένος να αγοράσει στη δωδεκάχρονη κόρη του Αλίσια, ένα μοναδικό, αλλά πανάκριβο φόρεμα, πιστό αντίγραφο της αγαπημένης της ηρωίδας απ’ τη γιαπωνέζικη σειρά «Magical Girl Yukiko», ο πατέρας της είναι αποφασισμένος για όλα. Καταλήγει όμως να εκβιάσει μια πλούσια γυναίκα που διακατέχεται από ψυχολογικά προβλήματα, την οποία θα γνωρίσει τυχαία και που θα οδηγηθεί εξ΄αιτίας του σ' ένα σκοτεινό μονοπάτι, χωρίς επιστροφή... Αυτός ο φαύλος κύκλος θα συνεχιστεί μέχρι την στιγμή που η νεαρή γυναίκα, ανήμπορη πλέον αλλά με τη βοήθεια ενός άντρα από το παρελθόν της, θα ζητήσει εκδίκηση...

«Ξεκίνησα να φαντάζομαι την ιστορία που τελικά έγινε το σενάριο του «Magical Girl» λίγο μετά την προβολή της πρώτης μου ταινίας, του «Diamond Flash», στο Φεστιβάλ της Sitges. Ήθελα να επιτύχω ένα διαχωρισμό μεταξύ φόρμας και περιεχομένου και το κατάφερα αντιμετωπίζοντας την πλοκή με τη μεγαλύτερη απλότητα και τους χαρακτήρες με τη μεγαλύτερη πολυπλοκότητα. Με αυτόν τον τρόπο η πλοκή και οι χαρακτήρες αναπτύσσονται μαζί και όχι ξεχωριστά. Η πλοκή είναι αυτή που είναι, γιατί οι χαρακτήρες παίρνουν τις αποφάσεις που παίρνουν και εξελίσσονται μ' έναν συγκεκριμένο τρόπο καθώς η πλοκή τους επιβάλλει έναν συγκεκριμένο ρυθμό.» - Κάρλος Βερμούτ
Με επιρροές τόσο από το Ισπανικό σινεμά (από τον Λουίς Μπουνιουέλ μέχρι τον Αλεχάντρο Αμενάμπαρ), όσο και από το στυλιζάρισμα των Γιαπωνέζικων «μάνγκα», το φιλμ του Κάρλος Βερμούτ σχηματίζει μια αληθινά πρωτότυπη αλληγορία που μαγεύει τον θεατή μέχρι το τελευταίο του λεπτό. Ένας μάταιος κύκλος εκδίκησης και εξαπάτησης, αλλά και μία διεστραμμένη αντανάκλαση της ταραγμένης σύγχρονης πραγματικότητας της Ισπανίας, μέσα από την οξυδερκή ματιά του δημιουργού, ο οποίος σκηνοθετεί μια αληθινά πρωτότυπη αλληγορία και μας χαρίζει μία από τις καλύτερης ταινίας της χρονιάς από την Ιβηρική χερσόνησο.
 
Το «Magical Girl», είναι ένα υπέροχο ψυχολογικό θρίλερ από την Ισπανία, το οποίο εξερευνά τα όρια των ανθρώπινων σχέσεων, της εκμετάλλευσης αλλά και της εκδίκησης. Πρόκειται για τη δεύτερη μεγάλου μήκους δημιουργία του Κάρλος Βερμούτ.
Το «Magical Girl» του Κάρλος Βερμούτ (Carlos Vermut), προβλήθηκε στο τμήμα Discovery του Φεστιβάλ του Τορόντο, όπου και πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα του. Στη συνέχεια ταξίδεψε σε αρκετά Φεστιβάλ, όπως αυτό του Σαν Σεμπαστιάν, όπου και απέσπασε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας και Καλύτερης Σκηνοθεσίας

ΠΗΓΗ tvxs.gr

Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Κι αν ζούσαμε όλοι μαζί


ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ 14 ΑΠΡΙΛΙΟΥ ΩΡΑ 21.00
ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΡΕΒΕΖΑΣ
Κωμωδία παραγωγής 2011-Διάρκεια 96'
Πάνω από 600.000 εισιτήρια στην Γαλλία

του Στεφάν Ρομπελέν
με τους Ντανιέλ Μπριλ, Τζέραλντιν Τσάπλιν, Τζέιν Φόντα, Κλοντ Ρις, Πιέρ Ρισάρ, Γκι Μπεντός


Υπόθεση:
Η Άνι, ο Ζαν, ο Κλοντ, ο Άλμπερτ και η Τζιν είναι κολλητοί φίλοι για περισσότερα από σαράντα χρόνια. Έτσι, όταν η μνήμη τους αρχίζει να εξασθενεί, η καρδιά τους δυναμώνει ώστε να αντιδράσει στην προοπτική ενός οίκου ευγηρίας, που διαφαίνεται ορατή. Όμως, οι πέντε φίλοι επαναστατούν και αποφασίζουν να συγκατοικήσουν σε ένα σπίτι! Στην αρχή το σχέδιο τους φαίνεται ανόητο. Όμως, όταν αυτή η συγκατοίκηση γίνεται δημιουργική και επαναφέρει μνήμες από τις παλιές καλές εποχές, τότε αυτή η απόφαση τους μετατρέπεται σε μια θαυμάσια περιπέτεια –να μοιράζονται το ίδιο σπίτι στα 75 τους!

Ο Ζαν (Γκι Μπεντός) είναι ένας ρομαντικός επαναστάτης, ο οποίος εξακολουθεί να απολαμβάνει την χαλαρή, αστικού τύπου, ζωή του, με τη σύζυγο του Άνι (Τζέραλντιν Τσάπλιν). Η Άνι είναι μια συνταξιούχος ψυχίατρος, η οποία παραπονιέται ότι δεν βλέπει όσο συχνά θέλει τα παιδιά της και τα εγγόνια της. Ο Άλμπερτ (Πιερ Ρισάρ) είναι ένας αγαθός και χαμηλών τόνων γεράκος, σε αντίθεση με την υπερδραστήρια και ενεργητικότατη Αμερικανίδα σύζυγο του, Τζιν (Τζέιν Φόντα). Η Τζιν είναι πανεπιστημιακός, που πάσχει από καρκίνο. 

Ο Κλοντ (Κλοντ Ρις) είναι ένας χήρος, που λατρεύει τις γυναίκες, και αρέσκεται να συναναστρέφεται με ιερόδουλες. Βέβαια πάσχει από την καρδιά του, απόρροια των… συχνών επισκέψεων του στις “φίλες” του. Οι πέντε φίλοι αντιδρώντας στην προοπτική να πάνε σε οίκο ευγηρίας, αποφασίζουν να συγκατοικήσουν στο μεγάλο σπίτι του Ζαν και της Άνι. Μαζί τους μένει και ο Ντερκ, ένας νεαρός Γερμανός εθνολόγος-φοιτητής, που σκοπό έχει να μελετήσει τον υπερήλικο πληθυσμό της Γαλλίας.

ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ

Τονωτικό, αστείο και συγκινητικό. 
Le Figaro

Μια συναισθηματική ταινία που αγγίζει τις ευαίσθητες χορδές μας.
Variety

Χαμηλόφωνη ταινία που προκαλεί το γέλιο.
Miami Herald

Μια γλυκιά, στοχαστική ταινία. Τι ευτυχία!
New York Observer

Χαριτωμένη κωμωδία!
The Village Voice

Μια λαμπερή ταινία με ένα εντυπωσιακό καστ.
The Hollywood Reporter

Aπολαυστική η Τζέιν Φόντα!
Daily Express

Μια ταινία που λάμπει, με ξεκαρδιστικές ατάκες άψογα δεμένες μεταξύ τους
SevenArt.gr